GreekEnglish (United Kingdom)

Menu

Follow us on

 





I.C. - Interna Corporis
Article Index
I.C.
Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ένα πρωινό
Ένα παράξενο λουλούδι
Interna Corporis
Όνειρο μέσα σε όνειρο
All Pages

Interna Corporis

 

Είχε περάσει ένας μήνας από τότε κι ο Δεκέμβρης είχε μπει για τα καλά. Η συνάντηση με την Ελένη δεν του έδωσε περισσότερες πληροφορίες, παρόλα αυτά η σχέση τους προχώρησε και εξελίχθηκε σε κάτι όμορφο κι ελπιδοφόρο. Η αίσθηση όμως, που είχε για τη σπουδαιότητα των όσων ζούσε ήταν δυνατότερη των στοιχείων που διέθετε. Εκείνη τη βραδιά, και αφού επέστρεψε στο σπίτι χωρίς ούτε κι ο ίδιος να θυμάται πως, ή αν γύρισε μόνος ή με παρέα, ήταν η τελευταία φορά που το αλκοόλ έβρεξε τα σωθικά του.

 

Η ανάγκη να ξεδιαλύνει τα όσα ζούσε, να πιαστεί από μιαν αλήθεια, όσο το δυνατόν ανεπηρέαστη από ουσίες, ήταν πια επιτακτική. Οι γιορτές πλησίαζαν και τα πάντα ήταν στολισμένα. Ο Μενέλαος είχε αλλάξει συνήθειες και γύριζε σιγά σιγά στον παλιό καλό εαυτό, ότι κι αν σήμαινε αυτό. Οι πρωινές βόλτες άρχισαν σιγά σιγά να πληθαίνουν και ξεκίνησε να γράφει ένα νέο σημειωματάριο, μετά από καιρό. Περιδιαβαίνοντας τη γιορτινή Αθήνα του άρεσε να κάθεται σε καφετέριες με πολύ κόσμο. Με κάποιο τρόπο αυτό τον βοηθούσε να επεξεργάζεται τις σκέψεις του και δε σταματούσε να γράφει παρά μόνο όταν η ώρα της αποχώρησης τον οδηγούσε στην έξοδο.

«Τελικά, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που πραγματικά είσαι», σκέφτηκε καθώς περπατούσε, «…κι αυτό που είσαι σε στοιχειώνει όταν προσπαθείς να το αποφύγεις…Όσο τρέχεις να σωθείς απ’ αυτό, τόσο εκείνο σε κυνηγά και ολοένα γιγαντώνεται, μέχρι να σε κατακτήσει. Α, μάταια, τρέχεις Μενέλαε, μάταια. Καιρός ν’ αποδεχτείς αυτό που είσαι… Αλήθεια, τι είσαι; Ποιος είσαι;» ένας αναστεναγμός βγήκε ζεστός στον κρύο αέρα.

 

Τέτοιες σκέψεις του έκαναν πολύ συχνά επίσκεψη μεσ’ την ημέρα. Κι όσο δεν τον ένοιαζε πια αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη κοινωνικότητα και τις ενασχολήσεις του, τόσο κλονιζόταν ο λόγος ύπαρξης αυτής της ζυγαριάς. Ήταν αποφασισμένος. Αν η εξαφάνισή της ήταν το τίμημα για να βρει τις απαντήσεις που γύρευε, ήταν πανέτοιμος να το πληρώσει. Αντίθετα μάλιστα, απ’ ότι περίμενε, η ισορροπία με τον εαυτό του μέρα με τη μέρα προόδευε και μετά από χρόνια αισθανόταν καλά. Το είχε ξεχάσει αυτό μέσα στον πάτο του ουίσκι, τη θολούρα των μπαρ που σύχναζε και τις γυναίκες που ρούφαγε τους χυμούς τους κι ύστερα πλάγιαζε σε μια πραγματικότητα που ήταν και δεν ήταν, χαμένος στο μεταξύ και το περίπου, σα ναυάγιο καταδικασμένο ν’ ασφυκτιά στο σκοτεινό βυθό της ύπαρξής του. Αυτό που όριζε μέχρι τώρα ως φυσιολογική ζωή είχε πάρει άλλη σημασία πια.

 

«Τι είναι φυσιολογικό και πως ορίζεται; Ποια η κλίμακα και ποια τα κριτήριά του; Τι γυρεύουμε από αυτό;», σταμάτησε σε μια γωνιά του δρόμου και με το πόδι του πάνω σ’ ένα παγκάκι συνέχισε να σημειώνει απορροφημένος στο σημειωματάριο του, «Όλες οι ανασφάλειες μας κι όλη μας η ανάγκη για να ανήκουμε και να είμαστε αποδεκτοί χωρούν μέσα στη βόλεψη του φυσιολογικού. Ναι, είναι τόσο βολικό και απαραίτητο να πιστεύουμε πως διαθέτουμε μια «φυσιολογική» ζωή…κι όμως, είμαστε τόσο μακριά από αυτό. Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μοναχικά πλοία που βολοδέρνουμε στην ύπαρξή μας. Μικρόκοσμοι που νομίζουν πως ο αέρας π’ αναπνέουν είναι κι ο μοναδικός που υπάρχει, ο μόνος αληθινός, ο μόνος φυσιολογικός. Και που ψάχνουν απεγνωσμένα τη φυσιολογικότητά τους στην αποδοχή των πολλών, της κοινωνίας ή μιας ομάδας της, και στις ταιριαστές με αυτή την ομάδα συμπεριφορές και αντιλήψεις. Πορείες πλανεμένες, αποπροσανατολισμένες, μπερδεμένες, συγχυσμένες, εγκλωβισμένες και καπετάνιοι που πέφτουν θύματα από Panem et circenses (άρτο και θεάματα) σε τέτοιο βαθμό που δεν είναι πια σε θέση ν’ ασχοληθούν με ουσιαστικά προβλήματα που ταλανίζουν την -κατά τα άλλα- «φυσιολογική» πραγματικότητα στην οποία νομίζουν πως ζουν. Όπως συνέβαινε στην πρώιμη βυζαντινή εποχή, αλλά και την δυτική αυτοκρατορία όπου όταν βρισκόταν σε παρακμή, ο αυτοκράτορας προσέφερε στον λαό σιτάρι (ψωμί) και θεάματα στον ιππόδρομο με σκοπό να τους κάνει να αποσπαστούν από τα μεγαλύτερα προβλήματα της κοινωνίας. Η ιστορία έχει ένα τρόπο να επαναλαμβάνεται…κι είναι σημαντικό μάθημα να μπορεί κανείς ν’ ανακαλύπτει τον τρόπο αυτό»

 

Οι οιωνοί ήταν πια αρκετοί για να πεισθεί ότι κάτι συμβαίνει. Απ΄ όσο θυμάται τον εαυτό του έκανε αλλόκοτες σκέψεις, είχε παράξενα οράματα και μια πεποίθηση πως ο κόσμος είτε δεν είναι αυτός που δείχνει, είτε δεν είναι μονάχα ένας. Το σίγουρο όμως, δεν είναι αυτός που νομίζουμε.

 

«Omen accipio (δέχομαι τον οιωνό)» είχε γράψει με μεγάλα γράμματα, σα να ήθελε ν’ αποκτήσει φωνή η ίδια του η πρόθεση… Και παρακάτω, «Η αλήθεια είναι πως τείνω να καταλήξω στο συμπέρασμα πως…δεν υπάρχει αλήθεια…Για ποιαν αλήθεια να μιλήσω; Για τη δική μου; Του άλλου; Του Θεού; Κι αν η αλήθεια είναι αντίθετη με το Θεό θα έπαυε να ήταν άραγε αλήθεια;».

 

Το γραφείο του είχε γίνει το μικρό του βασίλειο. Και παρά το γεγονός ότι έκοψε το πιοτό, το τσιγάρο ήταν μια από τις συνήθειες που δεν είχε σκεφτεί αν ήθελε ή δε μπορούσε να κόψει. Άλλωστε ήταν μια συντροφιά, που άλλοτε γινόταν η ερωμένη στιγμή που πλάνευε το βλέμμα στο κενό κι άλλοτε μεταμορφωνόταν σε μια πίστωση χρόνου ανάμεσα στις σκέψεις και τη μετάφραση.

 

Αυτό το βιβλίο μιλούσε για την αλήθεια του Θεού και των κόσμων…

«Άραγε υπάρχει nuda verita (γυμνή αλήθεια); Αν υπάρχει, σίγουρα είναι το ίδιο προκλητική, όσο και μια γυμνή όμορφη γυναίκα που σε κοιτά ίσια στα μάτια…», σκέφτηκε κι αμέσως άνοιξε το σημειωματάριο του. Κι άξαφνα βροχή από ασύνδετες σκέψεις τον έκαναν ν’ αναριγήσει καθώς βρίσκονταν κοντά στο συνδετικό τους κρίκο…

 

Ποια ήταν η αλήθεια για εκείνο το γέρο που ήταν στο διαμέρισμά του τότε; Και ποια ήταν η αλήθεια για εκείνο το κορίτσι που του χάρισε το τριαντάφυλλο μια άνοιξη μεσ’ το καταχείμωνο; Και γιατί; Τι ήθελε να του πει στη τόσο σύντομη και στιγμιαία γνωριμία τους; Ποια αλήθεια μαρτυρούσαν τα ηλιοβασιλέματα των δίδυμων ήλιων κι οι σκοτεινές νύχτες σε ανείπωτες πραγματικότητες;

 

Ακούμπησε το στυλό στο γραφείο, και περπάτησε αργά μέχρι το παράθυρο. Το είδωλό του καθρεπτίστηκε στο τζάμι και για μια στιγμή μπροστά του είχε την εικόνα του ως παιδί…όπως τότε…Με τα δάχτυλά του έτριψε τα κουρασμένα μάτια του σε μια προσπάθεια ν’ αποδιώξει την παράλογη εικόνα κι όντως στη θέση του τώρα υπήρχε ένας άντρας ψηλός, μελαχρινός, με κοντά μαλλιά, γύρω στα 35, με μάτια βασιλεμένα από τη κούραση. Ναι, ήταν ο εαυτός του…και πλησιάζοντας αναρωτήθηκε «Γιατί έχω μια τόσο παράξενη ζωή;»

Επέστρεψε πάλι στο γραφείο και καθώς καθόταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στο ρολόι που είχε απέναντί του. Ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα. «Είναι αργά» σκέφτηκε κι έκλεισε το βιβλίο, αφού σημείωσε τη σελίδα που βρισκόταν η μελέτη του. Πήρε βαθιά ανάσα κι έκανε μια γρήγορη ανασκόπηση στο σπάνιο αυτό έργο, ξεφυλλίζοντας το με τον αντίχειρα απ’ το τέλος προς την αρχή, αφήνοντας τα φύλλα να τρέχουν γρήγορα. Ο αέρας που έβγαινε από τη ταχύτητα τους ανασήκωσε ελαφρά σαν πνοή το τριαντάφυλλο που βρισκόταν στο γραφείο, από εκείνη τη νύχτα. Ανατρίχιασε. Δεν είχε τολμήσει να το πειράξει από τη θέση του. Το είχε αφήσει εκεί σα να ήθελε να τον συντροφεύει η παρουσία του, απαλά και προσεκτικά ακουμπισμένο σ’ ένα βελούδινο ξέσκεπο κουτί. Η γεμάτη χάρη κίνηση των δακτύλων στο ξάφνιασμά τους έκανε το βιβλίο να τιναχτεί και ν’ ανοίξει σε μια από τις πρώτες σελίδα του. Δεν άργησε να παρατηρήσει κάτι που για πρώτη φορά έπεφτε στη προσοχή του. Το βιβλίο αυτό είχε μια αφιέρωση: “Στο Μενέλαο” κι από κάτω υπήρχαν κάποιες σκόρπιες φράσεις στα Λατινικά.

 

«Τι είναι πάλι αυτό;» αναρωτήθηκε, «Τι παράξενο παιγνίδι…να είναι άραγε τυχαίο;». Η έξαψή του δεν μπορούσε να του επιτρέψει να εγκαταλείψει το βιβλίο. Άρχισε να το επεξεργάζεται όπως ποτέ μέχρι τώρα. Είχε ασχοληθεί τόσο με το περιεχόμενο και τη μετάφραση του, που τα υπόλοιπα πέρασαν απαρατήρητα. Το έκλεισε, το χάιδεψε, το μύρισε. Είχε δερμάτινο χειροποίητο χοντρό εξώφυλλο, από καφέ σκούρο δέρμα, που όμως η υφή του ήταν απαλή. Μύριζε χρονισμένο δέρμα κι είχε μια νοσταλγική μυρωδιά καμένου ξύλου και πολυκαιρισμού. Στη πλατιά του ράχη είχε μονάχα δυο γράμματα «IC» που υπέθεσε πως προφανώς ήταν τα αρχικά του ονόματος του συγγραφέα. Κάτω από τα αρχικά έτρεχαν σ’ όλο το πλάτος του βιβλίου, μπρος και πίσω, δύο ανοιχτόχρωμες ανάγλυφες γραμμές σε απόσταση δύο περίπου δακτύλων η μία από την άλλη. Το κράτησε ως πληροφορία και συνέχισε να το εξετάζει. Στο εξώφυλλο και ανάμεσα στις ανάγλυφες γραμμές έγραφε το τίτλο «Περί αλήθειας του Θεού και των Κόσμων». Αυτό τον παραξένεψε και βάλθηκε να ψάχνει προσεκτικά με τα δάχτυλά του χαϊδεύοντας ολόκληρο το σώμα του βιβλίου μήπως κάτι του είχε ξεφύγει. Τίποτα. Άνοιξε προσεκτικά στις πρώτες σελίδες. Τη προσοχή και περιέργειά του κέρδισαν μερικά λόγια στα λατινικά κάτω από την αφιέρωση. Λόγια σπαρμένα σε σειρά με μια παράξενη σύνδεση νοημάτων μεταξύ τους που μόνο ο συγγραφέας του βιβλίου ήταν σε θέση να γνωρίζει. Αυτό ήταν αξιοπερίεργο κι όχι μόνο για την εποχή εκείνη που χρονολογείται το βιβλίο.

«Quod me nutrit me destruit

Necessitas non habet legem

Non omnis moriar

Magna vis veritatis queae facile se per se ipsa defendat»

«Χμ…διάφορα γνωμικά, γνωστά και άγνωστα από λατινικά διαφορετικών περιόδων…χμ…», διαπίστωσε ο Μενέλαος, «…αλλά έτσι γραμμένα κάτω από την αφιέρωση…είναι σα να απευθύνεται σ’ αυτό το Μενέλαο…χμ…σαν κάτι να θέλει να του πει…περίεργο…» παρατήρησε και σκεπτικός άρχισε τη μετάφρασή τους.

 

Το πρώτο γνωμικό, αγνώστου συγγραφέα, σημαίνει «Αυτό που με θρέφει με καταστρέφει»

 

Το δεύτερο, επίσης άγνωστου συγγραφέα, σημαίνει «Η αναγκαιότητα δε γνωρίζει νόμους»

 

Το τρίτο γνωμικό είναι φράση παρμένη από την ωδή του ρωμαίου ποιητή Κόιντου Οράτιου Φλάκκου (65 π.Χ.-8 μ.Χ) με τίτλο Carmina. Ποιητή επηρεασμένο από τους Έλληνες λυρικούς ποιητές όπου στις ωδές του ψάλλει τον έρωτα και τις απολαύσεις της ζωής, την ήσυχη ζωή και την ηρεμία της ψυχής. Θεωρεί τα δυνατά πάθη σαν αιτία της ανθρώπινης δυστυχίας.

 

«Θεωρεί τα δυνατά πάθη σαν αιτία ανθρώπινης δυστυχίας…Κάιντος Οράτιος…έζησε μέχρι το 8μ.Χ…χμ…» μονολόγησε και συνέχισε «…μα ναι, πρόκειται για Κλασική Λατινική γλώσσα…χμ…και όχι για Μεσαιωνική Λατινική που θα έπρεπε να είναι γραμμένο, αφού η πρώτη ίσχυσε από το 75π.Χ. μέχρι τον 1ο αιώνα και η δεύτερη από τον 9ο μέχρι τον 15ο αιώνα» σημείωσε αρκετά προβληματισμένος.

«Θα μπορούσε να γράψει το ίδιο γνωμικό στη Λατινική της εποχής του…όμως γιατί δεν το επέλεξε άραγε;» το γύριζε ξανά και ξανά στο μυαλό του χωρίς να βγάζει συμπέρασμα.

 

Το τελευταίο γνωμικό ήταν επίσης άγνωστου συγγραφέα, και σημαίνει «Μεγάλη η δύναμη της αλήθειας και εύκολα μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό της με τη δύναμή της»… Στο σημείο αυτό η καρδιά του έκανε αισθητή την ύπαρξή της στο στέρνο του, χωρίς ούτε και ο ίδιος να γνωρίζει γιατί.

 

«Μα επιτέλους που θέλει να καταλήξει μ’ όλα αυτά ο συγγραφέας, γιατί τα λέει και τι θέλει να πει σ’ αυτόν το άνθρωπο…και ποιος είναι επιτέλους ο Μενέλαος του χειρόγραφου; Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία αναφορά στο πρόσωπο αυτό…», αναρωτήθηκε ελπίζοντας πως κάπου στη πορεία θα μπορούσε να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν μέσα από το περιεχόμενο του βιβλίου.

 

Όλα αυτά του είχαν κινήσει έντονα το ενδιαφέρον και προσπαθούσε να μαζέψει σκέψεις και προβληματισμούς κοιτάζοντας τις σημειώσεις του και προτρέποντας τον εαυτό του να ελέγξει την έξαψή του.

 

Μπροστά του λοιπόν, είχε ένα σπάνιο χειρόγραφο βιβλίο, άγνωστου συγγραφέα, με σκληρό δερμάτινο εξώφυλλο, όπου ήταν αφιερωμένο σ’ ένα συνονόματο του και από κάτω από την αφιέρωση είχε τέσσερα λατινικά γνωμικά, όπου το ένα, το μόνο γνωστού συγγραφέα, ήταν γραμμένο σε Κλασική Λατινική, ένα είδος λατινικών που δεν συμβάδιζε με τα λατινικά του 11ου αιώνα, δηλαδή των Μεσαιωνικών Λατινικών.

 

Κάτι όμως, δεν του ταίριαζε. Ξαναέκλεισε το βιβλίο και το περιεργάστηκε με προσοχή όπως αρμόζει σ’ ένα αντικείμενο σπάνιας αξίας. Το άφησε κάτω και κατευθύνθηκε στη βιβλιοθήκη του για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του.

 

Το βιβλίο χρονολογείται πως είναι του 11ου - 12ου αιώνα, δηλαδή ότι γράφτηκε κατά την περίοδο του Μεσαίωνα (476μ.Χ.-1453μ.Χ.) που διήρκησε περίπου 1000 χρόνια. Σύμφωνα με την ιστορία της τυπογραφίας επιβεβαιώνεται η χρονολόγηση του καθώς η χρήση του χοντρού δερμάτινου εξώφυλλου σε πολυσέλιδους χειροποίητους τόμους, το επαρκές πλάτος της ράχης, καθώς και η αρίθμηση ή αναγραφή κάποιας στοιχειώδους πληροφορίας με οριζόντια γραφή σε σχέση με το σώμα που τοποθετείται κάθετα στο ράφι, είναι χαρακτηριστικό των βιβλίων που γράφτηκαν κατά τη περίοδο του μέσου και ύστερου Μεσαίωνα. Από τον 4ο αιώνα γενικεύεται η χρήση της περγαμηνής, αφού η χρήση του πάπυρου τείνει να εξαφανιστεί και το χαρτί αρχίζει να διαδίδεται από τα μέσα του 11ου με 12ο αιώνα, μέσω του χαρτοποιείου της Βαγδάτης, παρόλο που ήταν γνωστό στους Κινέζους απ’ τα αρχαία χρόνια.

Πριν το 15ο μ.Χ. αιώνα τα βιβλία που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη ήταν χειρόγραφα ή τυπωμένα σε ξυλογραφίες. Η τελευταία όμως, αφορούσε μια τεχνική που ασκήθηκε για εικονογραφήσεις των βιβλίων. Στην περίοδο που μιλάμε υπήρχαν χειρόγραφα συγγράμματα σε ελάχιστα αντίτυπα.

«Όμως, ολόκληρος τίτλος τυπωμένος στο εξώφυλλο; Οι πλήρης τίτλοι έκαναν την εμφάνισή τους πολύ αργότερα στο εξώφυλλο…μέχρι το 1453μ.Χ. υπήρχαν μόνο ενδείξεις που είχαν βιβλιοθηκονομική αξία» είπε και συνέχισε την έρευνα «κι αυτές οι δύο ανάγλυφες γραμμές, περισσή τέχνη για την εποχή, δε θυμάμαι παρόμοια τεχνική σε εξώφυλλο χειρόγραφου τέτοιας χρονολογίας…»

 

Σώπασε. Είχε κουραστεί. Τα μελίγγια του τον έσφιγγαν. Επέστρεψε στο γραφείο αποφασισμένος ν’ αφήσει για την επόμενη μέρα τα υπόλοιπα. Στηριγμένος στα δυο του χέρια, έπεσε με βάρος στη καρέκλα του κι ένας βαρύς αναστεναγμός βγήκε από μέσα του. Η μετάφραση βάδιζε προς το τέλος και ο Μενέλαος έκανε μια χαλαρή και δίχως σκέψη κίνηση να κοιτάξει τις τελευταίες σελίδες σε μια προσπάθεια να ξεχαστεί. Βρήκε το τέλος του χειρόγραφου. Πρώτη φορά το έκανε αυτό σε βιβλίο. Να κοιτάξει το τέλος.

«Μα τι διάολο!» αναφώνησε δυνατά! Είχε σαστίσει! «Μια επιστολή στο Μενέλαο τυπωμένη…σαν…σαν... αδύνατον!!», του ήρθε ζάλη, «σαν από εκτυπωτή;!;»

Δε μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Αυτό ήταν κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει εκεί! Ακόμη κι αν είχε κάνει λάθος εκτίμηση για τη περίπτωση του εκτυπωτή δεν μπορεί να υπάρχει τυπωμένο σε χαρτί κείμενο σε βιβλίο του 11ου αιώνα! Το πρώτο βιβλίο εκδόθηκε το 1456 στη Μαγεντία από τον εφευρέτη της τυπογραφίας τον Γερμανό χρυσοχόο Johan Gennsfleisch zum Gutenberg και ήταν μια Βίβλος τυπωμένη σε σελίδες των 42 γραμμών (στίχων) χωρίς αρίθμηση ή τίτλο και τα βιβλία που εκδόθηκαν μέχρι τον Ιανουάριο του 1501 ήταν αρχέτυπα επηρεασμένα από την παράδοση των χειρόγραφων.

«Άρα, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο…δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο!» αναφώνησε και πετάχτηκε πάνω τρίβοντας με τις παλάμες το πρόσωπό του, ενώ ένα μυρμήγκιασμα διαπέρασε το κεφάλι του.

«Ψυχραιμία Μενέλαε, ψυχραιμία…άλλη μια πρόκληση για σένα» είπε με το νου του. Τώρα πια ήταν σίγουρος. Δεν έφταιγε το ποτό. Δεν είχε πιει ούτε σταγόνα εδώ και καιρό. Κι ενώ είχε την ανάγκη του αυτή τη στιγμή, η ανάγκη του αναπάντητου «γιατί» ήταν δυνατότερη όλων. Τίποτε δε θα τον έκανε να φύγει απ’ το γραφείο του. Κάθισε ξανά στη καρέκλα του, έτοιμος να κάνει τη μετάφραση της επιστολής «προς το Μενέλαο», με μιαν υπερένταση τέτοια που τον έκανε να ξεχάσει και κούραση και σάστισμα και όλα.

 

«Ποιος είναι αυτός ο Μενέλαος επιτέλους ρε γαμώτο!» αναφώνησε και ξεκίνησε.

 

«Επιστολή προς το Μενέλαο

Αγαπητέ Μενέλαε,

Η δύναμη της αλήθειας είναι μεγάλη και εύκολα μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της με τη δύναμή της. Και η αλήθεια, έχεις δίκιο, όταν είναι γυμνή είναι σκέτη πρόκληση, όπως η Ελένη που γυμνή σε κοιτά με μισάνοιχτα χείλη μέσα στα μάτια, σα να θέλει να κοιτάξει μέσα σου.

Αναρωτήθηκες ξανά και ξανά τι είσαι και ποιος είσαι. Έτρεχες πάντα να σωθείς και να καλύψεις αυτό που πραγματικά ήσουν, για να μη το καταλάβουν οι άλλοι, για να μη το καταλάβεις κι εσύ. Έτσι ακριβώς όπως έκανα κι εγώ. Αναζήτησα το «φυσιολογικό»…άραγε τι βρήκαμε σε αυτό Μενέλαε; Τίποτε. Μέσα σ’ αυτό χάσαμε λίγο αυτό που είμαστε. Δημιουργήσαμε ένα χαμένο χρόνο παραπαίοντας και τρεκλίζοντας σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που δεν είμαστε.

Omnis una manet nox (η ίδια νύχτα μας περιμένει όλους), Μενέλαε…κι εσένα, κι εμένα. Le temps mutrit tout (ο χρόνος θρέφει τα πάντα) και ο χρόνος μπορεί να υπάρχει άπειρος για σένα Μενέλαε. Ναι, άπειρος, ατελείωτος, αν το θελήσεις.»

 

Ο Μενέλαος δεν ήξερε αν αυτό που ζούσε ήταν αλήθεια ή ψέματα. Δε πίστευε στα μάτια του. Η επιστολή αυτή απευθυνόταν στον ίδιο! Η ανάσα του είχε γίνει βαριά και το μυαλό του ήταν σε μια γουλιά ουίσκι που του φώναζε απ’ το μπουκάλι λίγα βήματα πιο δίπλα.

 

«Η καρδιά σου πάει να σπάσει Μενέλαε, σε καταλαβαίνω, το ίδιο ένιωσα κι εγώ όταν βρέθηκα στη θέση σου κάποτε. Το μυαλό σου είναι στο ουίσκι, σωστά;»

Νόμιζε ότι κάποιος του έκανε πλάκα. Κοίταξε ολόγυρα με κατασκοπευτικό μάτι σα να πίστευε πως κάποιος ή κάτι τον παρακολουθούσε. Μάταια όμως.

 

«Μάταια ψάχνεις Μενέλαε, δεν σε κατασκοπεύει κανείς και κανείς δε σου κάνει πλάκα. Έχε ψυχραιμία αγόρι μου, αναζητούσες την αλήθεια τόσα χρόνια. Άλλωστε γιατί έχεις στη κατοχή σου αυτό το βιβλίο;

Μερικές φορές τα βιβλία έρχονται προς εσένα, καθώς έχεις εσύ ο ίδιος ξεκινήσει τη πορεία προς αυτά αναζητώντας τα. Οι πορείες συναντιούνται καθώς έλκουν η μία την άλλη. Έτσι κι αυτό εδώ, δε βρέθηκε τυχαία στα χέρια σου.

Ήρθε η ώρα λοιπόν, της αλήθειας. Μιας αλήθειας που ποθούσες από τη στιγμή της δημιουργίας σου. Σου έτυχαν πολλά, οι οιωνοί επίσης πολλοί και οι συμπτώσεις παράξενα συμβάντα που σε ταλάνιζαν καιρό τώρα.

Μενέλαε, οι αναμνήσεις που έχεις από άλλες ζωές και κόσμους είναι υπαρκτές, πραγματικές για σένα. Συνέβησαν μην έχεις αμφιβολία. Και η επιστολή αυτή έχει σκοπό να σου εξηγήσει το πώς και το γιατί.

Εσύ κι εγώ Μενέλαε δεν έχουμε αρχή, μήτε τέλος. Είμαστε υπάρξεις που ορίζουν η μία την άλλη. Είμαστε δημιουργοί και ταυτόχρονα πλάσματα της δημιουργίας μας.

Το όνομα δεν έχει σημασία. Σήμερα σε λένε Μενέλαο, κάποτε σε λέγαν Ορέστη, Γιώργο, Κώστα, Τηλέμαχο και τόσα άλλα, αύριο ίσως Οδυσσέα, Αποστόλη ή κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία. Καμία σημασία. Και η Ελένη, κάποτε ήταν η Ηλέκτρα, η Νεφέλη, η Σοφία, η Αρετή, η Μαρία, αύριο θα’ ναι κάποια άλλη. Σήμερα είσαι 35 και η Ελένη κάπου εκεί, αύριο θα είσαι ίσως πιο γέρος ή πιο νέος… Μπορούμε να ταξιδεύουμε στο χρόνο, γνωρίζουμε όλες τις γλώσσες, δεν υπάρχουν όρια Μενέλαε, δεν υπάρχουν! Είμαστε ταυτόχρονα εμείς και οι άλλοι. Οι κόσμοι μας έχουν φεγγάρια και ήλιους δίδυμους και τρίδυμους, μυστικά και πάθη, υπόγειους πολιτισμούς, στοές και περάσματα, μυστικά, φανερά, κρύπτες, ψέματα κι αλήθειες, οπτασίες, ουτοπίες…είμαστε θνητοί και ταυτόχρονα θεοί!

Θυμάσαι τότε που ονειρεύτηκες τυλιγμένος στη κουβέρτα μεσ’ το καταχείμωνο, πως βρέθηκες σ’ ένα καταπράσινο ξέφωτο σπαρμένο με αγριολούλουδα; Τότε στη Φλώρινα που ήσουν με τους γονείς σου. Σωστά υποψιαζόσουν. Η μελαχρινή οπτασία είναι η σημερινή Ελένη. Το τριαντάφυλλο στο έδωσε εκείνη.»

 

Ο Μενέλαος δεν κρατήθηκε, σηκώθηκε κι έβαλε λίγο ουίσκι σ’ ένα ποτήρι. Όχι πολύ. Ήθελε να είναι νηφάλιος απόψε. Αναρωτήθηκε μήπως τρελάθηκε εντελώς. Ήθελε να φωνάξει βοήθεια, να τηλεφωνήσει στην Ελένη, να βγει να φωνάξει στο κόσμο, να τρέξει στο σπιτονοικοκύρη και φίλο του το Γιάννη και να τα πει όλα, να μιλήσει σε κάποιον μήπως και καταλάβει και κανείς άλλος τι γίνεται.

 

Μερικές φορές όμως, είναι από δύσκολο έως αδύνατο να εξωτερικεύσεις εσώτερους προβληματισμούς ή ακόμη και αλήθειες τόσο γυμνές. Όταν το τολμάς φαίνεται πως η γλώσσα το φιλτράρει μέσα από τους κωδικούς της και τελικά το κάνει πραγματικό ή εξωπραγματικό, άρα, και παράλογο. Όχι δε θα έπαιρνε αυτό το ρίσκο.

 

«Έτσι είναι, σωστά σκέφτεσαι Μενέλαε. Αυτή εδώ είναι μια αποκάλυψη μόνο για σένα. Οποιαδήποτε παρεμβολή μπορεί να στοιχίσει την ύπαρξή σου. Στην Ελένη θα μιλήσεις, αλλά όχι απόψε. Αναρωτιέσαι πως γίνεται να ξέρω τόσα για σένα. Πώς είναι δυνατόν να σου γράφω μέσα από τον 11ο αιώνα γι’ αυτά που είσαι και που σκέφτεσαι εσύ τώρα. Γι’ αυτά που έκανες, που έζησες, που θα πράξεις.

Μενέλαε, είσαι ο ήρωας της ιστορίας που γράφω αυτό τον καιρό. Είσαι ο ήρωας που ζει μέσα στις τόσες ιστορίες που έχω γράψει ως τώρα. Αυτές είναι οι αναμνήσεις σου. Οι παράλληλοι κόσμοι σου. Αυτές οι πραγματικότητές σου. Είμαι ο συγγραφέας και δημιουργός σου.

Μα γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Είναι το μέγα ερώτημα. Ποιο είναι το κίνητρό μου; Έχεις δίκιο Μενέλαε, έχεις δίκιο. Η αλήθεια είναι πως χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Άραγε, τι βοήθεια μπορεί να ζητήσει ένας συγγραφέας από έναν ήρωα της ιστορίας του και τι μπορεί ο τελευταίος να προσφέρει ε;

Έχω κουραστεί. Έχω κι εγώ την ίδια μοίρα με σένα. Εναλλάσσεται διαρκώς ο ρόλος μου ως συγγραφέα μ’ εκείνον του ήρωα. Ξανά και ξανά, απ’ αρχής της γένεσής μου απ’ το δημιουργό μου. Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου έγραψα και αφιέρωσα σε σένα όταν ήμουν ξανά συγγραφέας. Το έγραψα για τη περίπτωση που θα ζούσα ακόμα ως αυτή τη στιγμή. Ήρθε η ώρα μου να ξεκουραστώ. Ήρθε η ώρα σου να επιλέξεις: Δέχεσαι τη πρόκληση ή όχι;

Η αλήθεια σε περιμένει εκεί έξω. Μπορείς να γίνεις υπαρκτός. Ανθρώπινος. Να ορίζεις τη μοίρα σου και τη ζωή σου. Ή θαρρείς πως είσαι ελεύθερος αυτή τη στιγμή;»

 

Τα πόδια του Μενέλαου έτρεμαν από τη ταραχή. Δεν ήξερε τι να πει. Τι να κάνει. Έδωσε μια στο ποτήρι του και το εκσφενδόνισε με δύναμη στο παράθυρο. Το τζάμι έσπασε. «Μάντεψε αυτό εξυπνάκια!» φώναξε.

 

«Γιατί φωνάζεις Μενέλαε; Δε πείσθηκες ακόμα. Έσπασες το τζάμι, γιατί εγώ σ’ έκανα να το σπάσεις. Φώναξες, γιατί εγώ σ’ έκανα να φωνάξεις. Αγανακτείς κι ασφυκτιάς, γιατί εγώ σε κάνω να νιώθεις έτσι. Δε θέλεις να είσαι ελεύθερος;

Ορίστε, γιατί δεν έρχεται κανείς αφού έγινε τόσος θόρυβος; Γιατί δε φωνάζουν οι γείτονες; Κοίτα ξανά Μενέλαε το τζάμι, δεν είναι σπασμένο πια, ορίστε, αποδείξεις δεν ήθελες;»

Σήκωσε τα μάτια χωρίς θέληση κι ένα ρίγος διαπέρασε σα ρεύμα τη ραχοκοκαλιά του. Ναι, ήταν αλήθεια…κανένα τζάμι δεν ήταν σπασμένο…

«Στο εσωτερικό μέρος του οπισθόφυλλου σκίσε το χαρτί που το ντύνει. Θα βρεις εκεί ένα μικρό κλειδί και θα πας στη θυρίδα…»

 

Ο Μενέλαος έσκισε προσεκτικά με τον κόφτη το εσωτερικό του οπισθόφυλλου και πήρε το κλειδί. Σημείωσε τη τοποθεσία και τον αριθμό της θυρίδας και διάβασε το τέλος της επιστολής:

 

«Τελικά, αυτό που με θρέφει με καταστρέφει, μέρα με τη μέρα. Η ιδιότητά μου ως συγγραφέα ασκεί μια ισχύ επάνω μου και καθώς ο χρόνος θρέφει τα πάντα, θρέφει και ότι με καταστρέφει. Αλλά non omnis moriar (δε θα πεθάνω ολόκληρος), το έργο μου θα επιζήσει, ακόμα κι αν εγώ δεν θα είμαι εδώ πια. Έχω ανάγκη τη βοήθειά σου Μενέλαε, και η αναγκαιότητα δε γνωρίζει νόμους. Κάποτε θα μάθεις πως omnis una manet nox (η ίδια νύχτα μας περιμένει όλους) και θα με καταλάβεις…

Σου εύχομαι καλή τύχη,

Ο συγγραφέας και δημιουργός σου»

 

«Με ειρωνεύεται κιόλας…αν εκείνος ορίζει τι κάνω, τι μου εύχεται και καλή τύχη; Σαχλαμάρες…» μονολόγησε.

Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Χρειαζόταν χρόνο. Φυσικά, οι πρώτες σκέψεις του ήταν πως σίγουρα δεν αφορούν τον ίδιον όλα αυτά. Από την άλλη ένιωθε πως η αλήθεια αυτή-αν ήταν αλήθεια-δεν ήταν απλώς γυμνή. Αλλά ήταν το δέρμα του κορμού της αλήθειας που την έγδαρε ο συγγραφέας της επιστολής και νωπή όπως ήταν, ματωμένη, τον τύλιξε παρά τη θέλησή του.

 

«Παρά τη θέλησή σου; Τόσα χρόνια αναζητάς την αλήθεια, τώρα κάνεις πίσω επειδή σε λέρωσε; Έτσι είναι οι αλήθειες, ματώνουν και λερώνουν» σαν ν’ άκουσε μια φωνή ν’ αντηχεί στο κρανίο του… «μα ποιος μιλάει μέσα στο μυαλό μου;», έκανε για μια ακόμη φορά την ερώτηση που πολλές φορές τον βασάνιζε.

 

Την επόμενη μέρα όπως ήταν φυσικό, ο Μενέλαος έτρεξε στη θυρίδα. Με ηρεμία, αλλά και αγωνία, πήρε βαθιά ανάσα και την άνοιξε. Η θυρίδα περιείχε ένα γράμμα με τον λατινικό αριθμό Ι.

 

«Αγαπητέ Μενέλαε,

Δεν ήταν ασφαλής τρόπος να σου γράψω τα παρακάτω στο βιβλίο του 11ου αιώνα. Σου προσφέρω την ελευθερία σου, αλλά όχι χωρίς αντάλλαγμα.

Είμαι ο συγγραφέας και δημιουργός σου, αλλά τώρα χρειάζομαι τη βοήθεια που μόνον εσύ μπορείς να προσφέρεις. Μη παραξενευτείς και μην αναρωτηθείς ξανά αν όλα αυτά αφορούν εσένα ή αν είναι αλήθεια. Τέρμα οι αμφισβητήσεις. Ώρα για δράση και αποφάσεις, ο χρόνος είναι πολύτιμος.

Υπάρχει, Μενέλαε ένα κενό χωροχρόνου του συγγραφέα, για κάθε συγγραφέα. Είναι το σημείο ακριβώς που δεν μπορεί να σε πειράξει κανείς. Κανείς συγγραφέας δε γνωρίζει τι κάνουν οι ήρωές του εκεί. Εσύ καλείσαι να λύσεις το αίνιγμα αυτό. Αν βρεις τη λύση του, βρήκες και τον τρόπο να χρησιμοποιήσεις το κενό χωροχρόνο για σένα.

Με την ίδια διαδικασία στις 31 Δεκεμβρίου τα μεσάνυχτα, ακριβώς τη στιγμή που γίνεται η αλλαγή του χρόνου, δημιουργείται μια πύλη που θα σε οδηγήσει στην αλήθεια, την ύπαρξη, την ελευθερία. Από εκεί και πέρα όλα εξαρτώνται από εσένα. Έχεις μισή ώρα καιρό ξεκινώντας από 12.00 τα μεσάνυχτα μέχρι 12.30 να περάσεις τη πύλη.

Θυμήσου το ρολόι χειρός στο τοίχο που έδειχνε 12.00 τα μεσάνυχτα, όταν τέλη του Οκτώβρη «άγγιξες την άλλη πλευρά». Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν. Ένας «οιωνός» ανάμεσα στους πολλούς, ένα στοιχείο ακόμα που βρήκε το κρίκο σύνδεσής του.

Όμως, δεν μπορώ να σου αποκαλύψω τη λύση του γρίφου, είναι κάτι που πρέπει μόνος σου να βρεις, καθώς απαγορεύεται ο συγγραφέας να μιλήσει για το κενό χωροχρόνο στους ήρωες του.

Αν τα καταφέρεις, το αντάλλαγμα που ζητώ από σένα θα βρίσκεται στο ίδιο μέρος και την ίδια θυρίδα, που υπάρχει και «εκεί έξω», σε πέντε χρόνια. Αν αλλάξω γνώμη η θυρίδα θα είναι άδεια κι εσύ θα είσαι ελεύθερος να ξεφορτωθείς το κλειδί που θα φυλάς για τόσα χρόνια. Αν δεν αλλάξω γνώμη, μια δεύτερη επιστολή με τον λατινικό αριθμό ΙΙ θα σε περιμένει εκεί ακριβώς πέντε χρόνια μετά.

Πραγματικά καλή τύχη αυτή τη φορά. Μη ξεχνάς ότι μεταξύ 12.00 και 12.30 τα μεσάνυχτα, ο κενός χωροχρόνος σου ανήκει. Αλλά η επιλογή του περάσματος από τη πύλη είναι στ’ αλήθεια δική σου. Ένας διαφορετικός κόσμος σε περιμένει «εκεί έξω». Τα παρακάτω λόγια φύλαξε τα στο μυαλό σου ως πολύτιμα και αναγκαία για την εύρεση της λύσης που ψάχνεις: Όλα είναι στο μυαλό αγόρι μου, όλα στο μυαλό…και η έμπνευση και η λύση του γρίφου και το κενό στο χωροχρόνο…θυμήσου αυτά τα λόγια.

Μην ανησυχείς. Είσαι έτοιμος από καιρό γι’ αυτό το βήμα. Το ξέρω και το ξέρεις.

Με αγάπη,

Ο συγγραφέας και δημιουργός σου

Υ.Γ. Η λύση του γρίφου πρέπει να βρεθεί την ίδια ώρα που πραγματοποιείται το κενό χωρόχρονο, δηλαδή όχι νωρίτερα από 12:00 τα μεσάνυχτα και όχι μετά από τις 12:30. Γιατί ο ήρωας πρέπει να το βρει μόνος του, χωρίς να το γράψει ο συγγραφέας γι’ αυτόν, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν έμμεση μαρτυρία από το συγγραφέα προς τον ήρωα, άρα και κάτι που όπως γνωρίζεις δεν μπορεί να γίνει. Μόνος λοιπόν, στο κενό χωρόχρονο μπορείς να βρεις τη λύση…»

 

Ο Μενέλαος είχε το χρόνο όλο το βράδυ να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Οιωνοί, συμπτώσεις, εικόνες, αναμνήσεις βρήκαν σιγά σιγά τους συνδετικούς τους κρίκους και δικαιολόγησαν το λόγο που ήρθαν στο δρόμο του Μενέλαου. Όλη τη νύχτα το μυαλό του εργαζόταν πυρετωδώς και θυμήθηκε σχεδόν τα πάντα. Σαν περίτεχνο κέντημα συνέδεσε όλες τις κλωστές, ακόμη κι αν ο ύπνος ήταν βαθύς και αναγκαίος. Το ξημέρωμα βρήκε το νου του πιο ξεκάθαρο, σα γάργαρο νερό από πηγή που μόλις ανακάλυψε.

Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε τίποτε να χάσει. Ίσως, μόνο την Ελένη. Η πρόκληση τον ξεπερνούσε. Η δίψα του γι’ αυτήν επίσης. Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Ο γρίφος αναζητούσε τη λύση του. Έπρεπε όμως και να περιμένει…να νυχτώσει. Τι παράξενο, όλη μέρα ούτε μια σκέψη δε του πέρασε απ’ το μυαλό. Ήταν η πιο ξέγνοιαστη μέρα που είχε ζήσει. Πέρασε με την Ελένη αναπάντεχα όμορφα, σχεδόν υπέροχα. Δε θυμάται άλλη μέρα να διήρκησε περισσότερο απ’ αυτήν.

 

12:00 τα μεσάνυχτα…οι σκέψεις άρχισαν να τον κατακλύζουν. Ένιωθε μια παράξενη ελευθερία. Μπορούσε να σκεφτεί οτιδήποτε. Τώρα κατάλαβε γιατί όλη μέρα δεν σκεφτόταν τίποτε σχετικό. Ήταν ο συγγραφέας που του χάρισε αυτή τη ξεγνοιασιά, ήταν ο συγγραφέας που δεν του όρισε καμία σχετική σκέψη στο μυαλό του…

 

«Κενός χωρόχρονος του συγγραφέα», άρχισε να σκέφτεται «δεν μπορεί να είναι άλλο από το κενό της έμπνευσης. Το σημείο ακριβώς που ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι κάνουν, τι σκέφτονται ή τι πρόκειται να κάνουν οι ήρωές του. Αλλά πως ορίζεται αυτό το κενό έμπνευσης; Από τι σηματοδοτείται;»

 

Αναρωτιόταν αρκετή ώρα. Σχεδόν ένιωσε τι εννοούν όταν λένε «σπάω το κεφάλι μου να βρω τη λύση», αν κι ο ίδιος ήθελε αυτό να το κάνει στη κυριολεξία. Σε λίγο, χείμαρρος από σκέψεις κόντεψαν να τον πνίξουν καθώς κουτρουβαλιάζονταν στη ροή τους προς το συνειδητό νου.

 

«Σηματοδοτείται…χμ…από το άδειο χαρτί που κοιτά και ξανακοιτά ο συγγραφέας και δεν μπορεί να γράψει τίποτε επάνω του, γιατί απλά δεν έχει έμπνευση» βγήκε μ’ ευκολία η πρώτη σκέψη και συνέχισε τον ειρμό της, «από μια πένα χωρίς μελάνι, που δεν επιτρέπει στο συγγραφέα να γράψει τις ιδέες του!» αναφώνησε… «από ένα άδειο, άγραφο, κενό έγγραφο του κειμενογράφου στο pc που περιμένει μάταια ν’ αποτυπώσει την έμπνευση του συγγραφέα!!» αναπήδησε… «από μια κενή βιβλιοθήκη, δηλαδή κενή από τα βιβλία, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη τυπωμένη έμπνευση των συγγραφέων τους…χμ…αλλά, που πρέπει ταυτόχρονα να είναι και να μην είναι κενή…χμ…δηλαδή ν’ αδειάσει νοητά!!!».

 

Με την φράση «όλα είναι στο μυαλό» ν’ αντηχεί στα τοιχώματα του κρανίου του ο Μενέλαος έλυσε το γρίφο. Τώρα πια έμενε να τον κάνει πράξη. Κι έπρεπε όλα αυτά να γίνουν μεταξύ 12:00 με 12:30. Μα το πιο δύσκολο είναι “ν’ αδειάσει” τη βιβλιοθήκη του. Ήταν σίγουρος πως δεν θα έπιανε αν την άδειαζε πραγματικά, γιατί έτσι δε θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτό το “όλα στο μυαλό” που του είχε τονίσει στο γράμμα ο συγγραφέας.

 

Η επιστροφή του στο σπίτι, δεν κατάλαβε πως έγινε. Τα βήματά του μόνα τους τον έφεραν πίσω, όπως το άλογο επιστρέφει τον αναβάτη του στο σπίτι γνωρίζοντας το δρόμο. Κατευθύνθηκε προς τη συλλογή με τις σπάνιες πένες που κατείχε ως συλλέκτης και λάτρης τους…έπρεπε να διαλέξει μία. Ποια όμως; Αναστέναξε μέχρι που ο αέρας διένυσε ένα μακρόσυρτο ταξίδι και τον άφησε ξέπνοο.

 

Πώς θα άφηνε πίσω του όλ’ αυτά; Τις αγαπημένες του πένες, τα βιβλία του... Σπάνια, με δική τους ιστορία και γοητεία το καθένα. Κοίταζε τις πένες που βρίσκονταν στη προθήκη μία μία, όπως κοιτά κανείς ανεκτίμητους θησαυρούς. Έβγαζε τη μία μετά την άλλη και τις άγγιζε σα να τους έλεγε το τελευταίο αντίο με τη θέρμη των δακτύλων του. Η χειροποίητη πένα από ξύλο τριανταφυλλιάς, και οι δυο πένες από πετρώματα, αλλά κι εκείνη από ατσάλι δορυφόρου, έμοιαζαν να στέκονται εμπρός του με απαξίωση για την ανάρμοστη απόφαση του. Η διάφανη απορροφητική πένα, όπου τη σπανιότητα της μαρτυρούσε ακριβώς αυτή η δυνατότητα να μπορεί κανείς να διακρίνει το μηχανισμό της, και που δε λειτουργούσε πια, διέγραψε ένα ερωτηματικό στο μυαλό του Μενέλαου, σα να ήθελε να τον ρωτήσει «Γιατί; Τι αξία θα έχουν πια τα 50 χρόνια ζωής μου αν φύγεις;»

 

Τι είναι πραγματικό και τι όχι λοιπόν; Τι υπαρκτό και που τα όρια της αλήθειας και της αναλήθειας; Νομίζουμε πως είμαστε ελεύθεροι μέσα στα πλαίσια που γνωρίζουμε -ή και που ορίζουμε μερικές φορές για τους εαυτούς μας- μα όταν ανακαλύπτουμε πως υπάρχουν όρια, πλαίσια μέσα στα οποία κινείται η ελευθερία του νου, ταυτόχρονα ανακαλύπτουμε πως τίποτε δεν είναι έτσι όπως νομίζαμε. Πόσο μάλλον όταν αντιλαμβανόμαστε πως αυτά τα πλαίσια είναι πλασματικά… Το όλο σύστημα που θεωρούσαμε ορθό και που πάνω σ’ αυτό στηρίζαμε την ύπαρξή μας, μέσα απ’ αυτό κοιτάζαμε τον κόσμο, αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και βγάζαμε τα συμπεράσματά μας, ξαφνικά καταρρέει… Κι ύστερα;

Κι ύστερα αναρωτιόμαστε τι απ’ όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι. Αυτό που ανακαλύψαμε ή αυτό που γνωρίζαμε; Άλλοτε η ζυγαριά βαραίνει από εδώ κι άλλοτε από εκεί. Κι είναι και φορές που οι αλήθειες είναι τόσο οδυνηρά γυμνές που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κρυφτείς μέσα στις ασφαλείς και γεμάτες ζεστασιά, βολικές ουτοπίες σου. Πώς να ζήσεις εκεί έξω ολόγυμνος και φτωχός από τα μέχρι τώρα πλούτη σου; Δίχως αφετηρίες και χωρίς προορισμούς, παλεύοντας με τους ανεμόμυλους; Ποιος είπε πως η βαρύτητα είναι αναγκαία; Ποιο δημιουργό εξυπηρετούν οι διαστάσεις μέσω των οποίων αντιλαμβανόμαστε τα πάντα γύρω μας; Υπάρχει αυτό που λέμε μοίρα, πεπρωμένο, ειμαρμένη; Υπάρχουν όρια στη γνώση; Στη ζωή; Υπάρχει η αειζωία;

Πάλι έβρεχε…αυτή τη φορά ερωτήματα, κι ο χρόνος περνούσε. Κι αυτό το τζάμι στο γραφείο του λες και καθρέφτιζε τους “οιωνούς” του… Του φάνηκε πως είδε την Ελένη και πίσω της ένα ρολόι χειρός που έδειχνε 12:15 τα μεσάνυχτα.

 

- Είναι αργά το ξέρω…έπρεπε να σου μιλήσω…

- Δεν πειράζει, δεν κοιμόμουν…σκεφτόμουν πως περάσαμε σήμερα, ήταν πολύ όμορφα.

- Ναι ήταν.

- Δεν ακούγεσαι καλά. Συμβαίνει κάτι;

- Κάτι…όμως…πρέπει να σε δω, από κοντά.

- Έχω ένα κενό αύριο στις 13.00 το μεσημέρι, θέλεις να…

- Όχι, όχι το πρωί…στις 12.00 το βράδυ μπορείς;

- Δώδεκα; Δεν είναι λίγο αργά;

- Ελένη, πρέπει να σε δω αύριο βράδυ, μην αρνηθείς σε παρακαλώ.

- Μενέλαε με φοβίζεις…έχει σχέση με μας; Γιατί εγώ…να…ε…εγώ…

- Μη φοβάσαι καρδιά μου, αύριο θα ξεκαθαρίσουν όλα. Κι εγώ πέρασα όμορφα σήμερα…περισσότερο από ποτέ. Όνειρα γλυκά…

- Σίγουρα αφού θα έχουν μέσα εσένα...

 

Ο Μενέλαος έμεινε να κοιτά το είδωλό του στο τζάμι με το τηλέφωνο στο χέρι. Η πόλη απόψε είχε μια παράξενη ηρεμία.

 

Οι ώρες διαδέχονταν η μία την άλλη ερωτοτροπώντας με το δημιουργό και τα πλάσματα του, ενώ οι λέξεις σαν απόχες έπιαναν τα νοήματα και τα γούλιζαν για να μαλακώσουν. Η ξημερωμένη μέρα προετοίμαζε τη συνάντηση με την Ελένη, αλλά και τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί του αλλάζοντας πραγματικότητα.

 

Κάτι ενδιαφέρον όμως, έμελλε να διαπιστώσει ακόμα. Σήμερα τον θυμήθηκε ένας παλιός του φίλος που είχε να τον δει χρόνια. Παραξενεύτηκε βέβαια, γι’ αυτή την συνάντηση, αλλά δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Ο παλιός του φίλος ζούσε χρόνια στο εξωτερικό και μόλις επέστρεψε. Ο παράξενος “οιωνός” που προστέθηκε στη συλλογή του χωρούσε μέσα στα βιβλία που του έφερε δώρο. Οι “Ιστορίες του κύριου Κόινερ” του Μπέρτολτ Μπρεχτ στη Γερμανική γλώσσα και το La Divina Commedia” (Θεία κωμωδία), όπου αρχικός τίτλος ήταν “Commedia”, του Δάντη Αλιγκέρι στα Ιταλικά.

Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία διαπίστωσε πως μπορούσε τόσο να διαβάσει, όσο και να καταλάβει τι έλεγαν. Συνεπώς, καταλάβαινε και τη Γερμανική και την Ιταλική γλώσσα. Δε του φάνηκε περίεργο. Αναμενόμενο μάλλον. Προφανώς θα μπορούσε να γνωρίζει και άλλες γλώσσες, όμως ποτέ πριν δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο.

«…γνωρίζουμε όλες τις γλώσσες…δεν υπάρχουν όρια…», θυμήθηκε τα λόγια του συγγραφέα στην επιστολή. Περίεργο. Ένιωθε πως ήξερε τόσα, όσα δε μπορούσε να εκφράσει. Αισθανόταν γεμάτος, πλήρης, μεστός, με ελπίδα για όσα επρόκειτο να συμβούν. Γεμάτος απορίες, αλλά αισιόδοξος ότι θα έβρισκε απαντήσεις. Αλλά και σίγουρος πως θα είχε απαντήσεις, χωρίς να έχει θέσει ερωτήσεις πριν. Αυτό που δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του ήταν το τι αντάλλαγμα θα του ζητούσε ο συγγραφέας. Ήταν το μόνο που τον γέμιζε ανησυχία. Έπρεπε όμως, να περιμένει πέντε χρόνια γι’ αυτό, αν τελικά κατάφερνε να περάσει τη πύλη.

Τις σκέψεις του διέκοψε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν 12:04 τα μεσάνυχτα, η Ελένη με τα μαύρα της μαλλιά να πέφτουν χυτά στους ώμους, κι ένα κόκκινο φόρεμα που διέγραφε το καλλίγραμμο σώμα της ήταν τόσο ελκυστική που δεν μπορούσε παρά να την υποδεχτεί μ’ ένα γεμάτο πάθος φιλί. Έκλεισε το χέρι της στη χούφτα του και οδηγώντας τη στο καναπέ αποκρίθηκε:

- Είναι πολύ σημαντικό για μένα που ήρθες απόψε.

- Μενέλαε με ανησυχείς, τι συμβαίνει;

- Θα σου τα πω όλα, μη φοβάσαι, μόνο έχε μου εμπιστοσύνη, άκουσε αυτά που έχω να σου πω με ανοιχτό μυαλό…σε παρακαλώ, κι η καρδιά του κόντευε να σπάσει.

Η Ελένη συγκατάνευσε καθώς τον κοιτούσε στα μάτια. Κι αφού της εξιστορήθηκε τα πάντα, προς μεγάλη του έκπληξη άκουσε τη φωνή της Ελένης:

- Ξέρω, αγάπη μου, ξέρω, είπε χαμηλώνοντας τα μάτια.

- Τι εννοείς ξέρεις; ρώτησε έκπληκτος.

- Έχω βρεθεί εκεί έξω Μενέλαε…

-

- Και για το κενό χωροχρόνο ξέρω και για όλα.

- Και γιατί μέχρι τώρα δεν έχεις φύγει…γιατί είσαι εδώ; Ρώτησε γεμάτος νέες απορίες, αλλά και απαντήσεις που ήρθαν από μόνες τους στο δρόμο του.

- Έχω ζήσει εκεί έξω…έχω ζήσει, αλλά προτίμησα να επιστρέψω εδώ. Φοβάμαι εκεί έξω…άλλωστε δεν έχω λόγο να βρίσκομαι εκεί. Μέσα στις ιστορίες μπορώ να λυτρώνομαι, να ζω με ασφάλεια τις εμπειρίες μου. Όλα έχουν το σκοπό τους εδώ. Ζω έχοντας εμπιστοσύνη στο φωτεινό μυαλό των συγγραφέων.

- Κι ο θάνατος;

- Α, νέα, όμορφη κι αισθησιακή, έτσι όπως με δημιούργησαν, δε νομίζω ότι θέλει κανείς να με ξεφορτωθεί. Ο φόβος όμως, ναι, μ’ έχει κάνει ν’ ακολουθώ το δημιουργό μου, τη μοίρα που μου γράφει η πένα του και να μη ψάχνω, να μην αμφισβητώ, να μη πηγαίνω γυρεύοντας.

- Ελένη, θέλω να έρθεις μαζί μου…έλα να φύγουμε μαζί…δεν είναι αρκετός λόγος αυτός;

Η Ελένη δεν είπε τίποτε. Τυλίχτηκε γύρω του σα μεταξωτό πουκάμισο που προσδοκούσε να γίνει δέρμα του. Έκλαψε. Ο Μενέλαος μάταια της φιλούσε τα μάτια και τα χείλη ζητώντας της και με αυτό τον τρόπο να φύγουν μαζί. Η ώρα περνούσε. Ήταν 12:25.

- Αγάπη μου, θα σε περιμένω…θ’ αφήσω τη πόρτα μισάνοιχτη μήπως αλλάξεις γνώμη…αν όχι…μέχρι του χρόνου θα έχω τακτοποιηθεί και τότε όλα θα σε περιμένουν, καρδιά μου, σε παρακαλώ υποσχέσου μου ότι θα προσπαθήσεις.

- Ω, Μενέλαε, είπε μη μπορώντας να κρατήσει τα δάκρυά της, και φιλώντας τον έφυγε τρέχοντας, όσο ήταν νωρίς ακόμη για κείνη πριν καταρρεύσει εμπρός στα μάτια του.

Όλα προχωρούσαν τόσο γρήγορα που ο Μενέλαος θαρρούσε πως οδηγούσε ένα όχημα με σπασμένα φρένα, σε μια διαδρομή που όσο πλησίαζε στο τέρμα της, τόσο πιο ξέφρενη ήταν η πορεία.

Ήταν κιόλας αύριο. Τα πράγματά του χώρεσαν σ’ ένα σάκο. Ήταν αδύνατο να πάρει όλα όσα ήθελε. «Οmnia mea mecum porto» (ότι μου ανήκει το μεταφέρω μαζί μου) ψιθύρισε κοιτάζοντας το σάκο που περιείχε ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα, όλα του τα σημειωματάρια, τη συλλογή με τις πένες του σε βελούδινη θήκη, καθώς και το λατινικό χειρόγραφο του 11ου αιώνα. Είχε στα χέρια του μερικές απ’ τις πένες που είχε ξεχωρίσει μη μπορώντας να διαλέξει πια πένα θα θυσίαζε γι’ αυτή του την έξοδο. Τελικά, κατέληξε στη πένα 1010 της Ελβετικής εταιρείας Caran d’Ache. Μια πένα που κυκλοφόρησε για να τιμήσει την Ελβετική ωρολογοποιία. Πήρε το όνομά της απ’ τους δείκτες των ρολογιών που βρίσκονται πάνω και μέσα της και που δημιουργούν ένα ισόπλευρο τρίγωνο όταν η ώρα είναι 10:10. Η πένα φέρει διακόσμηση των γραναζιών και των γεφυρών ενός ρολογιού. Θα κυκλοφορήσουν μόνο 500 πένες κι εκείνος την είχε ήδη στη κατοχή του πριν κυκλοφορήσει στην αγορά. Ναι…αυτή ήταν η κατάλληλη. Έβαλε τις υπόλοιπες στο σάκο, έκανε τις απαραίτητες ετοιμασίες για την επόμενη και πλάγιασε σκεπτόμενος την Ελένη. Η παρουσία της διάσπαρτη στη ζωή του, ήταν απαραίτητη πια. Πώς θα συνέχιζε άραγε “εκεί έξω” δίχως εκείνη; «Όλα είναι στο μυαλό, εκεί η δύναμη, εκεί και η αδυναμία» ξεπήδησε η σκέψη από το πουθενά σαν απάντηση. Κοίταξε το ρολόι, ήταν 12:45.

 

«Σ’ ευχαριστώ», ψιθύρισαν τα χείλη στο δημιουργό του. Η Ελένη θα ήταν κοντά του, όσο ζέσταινε τις σκέψεις του. Τα μάτια σφραγίστηκαν με το φύσημα του Μορφέα και τα όνειρά του γέμισαν με το κορμί, τα χείλη και τα μάτια της…αυτά τα μάτια που δε θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει.

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι όλοι χαίρονταν για πολύ διαφορετικό λόγο από εκείνον. Την Ελένη δεν την είχε δει καθόλου. Το τηλέφωνο δεν ήχησε. Η σιωπή της ήταν η πιο μαρτυρική σιωπή που είχε ζήσει ως τώρα. Ο χτύπος του ρολογιού ήταν η μόνη συντροφιά, εκνευριστική όσο και μια βρύση που στάζει εν ώρα αναμονής, στάλα στάλα, όπως οι σκέψεις που διαρρέουν παρά τη θέλησή του.

 

12:00 τα μεσάνυχτα. Ο χρόνος αλλάζει. Βεγγαλικά ακούγονται. Οι καμπάνες ηχούν. Η διαδικασία ξεκινά. Ο Μενέλαος σηκώνεται τοποθετεί μια λευκή κόλα χαρτί στο γραφείο του, αρπάζει τη πένα 1010 κι αδειάζει το μελάνι πάνω στο χαρτί αφήνοντας το να τρέξει αργά αργά και βασανιστικά, όπως ο χρόνος που βασανιστικά περνά καθώς η έμπνευση δεν λέει να φωτίσει το συγγραφέα. Στη συνέχεια ανοίγει τον υπολογιστή του κι ένα κενό έγγραφο του κειμενογράφου. Κάθεται μπροστά στην οθόνη για πέντε λεπτά προσπαθώντας να κρατήσει το μυαλό του όσο το δυνατόν άδειο, εμποδίζοντας την σκέψη, άρα και την έμπνευση, να βρει το προορισμό της. Τέλος, με το σάκο του στο χέρι, συγκεντρώνει όλη την ενέργειά του στο να «αδειάσει» τη βιβλιοθήκη. Παίρνει μερικές βαθιές ανάσες και προσπαθεί ξανά. Η ώρα είναι 12:15, η ανάσα του βαραίνει…

 

Ο ήχος απ’ το τηλέφωνο δημιουργεί διλήμματα. Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπά…αδύνατον να συνεχίσει…

 

- Ποιος είναι;

- Αγάπη μου!

- Κορίτσι μου!

- Υπόσχομαι, είπε κι έκλεισε κλαίγοντας.

 

Πώς να συνεχίσει μετά απ’ αυτό; Η ώρα είχε πάει 12:20. Να μείνει; Να φύγει; Δίσταζε. Όμως, το δίλημμα δε κράτησε πολύ. Μια απ’ τις δύο δυνάμεις έπρεπε να νικήσει. Το μάτι του έπεσε στο ξέσκεπο κουτί όπου βρισκόταν το τριαντάφυλλο. Το σκέπασε και το έβαλε βιαστικά, αλλά προσεκτικά στο σάκο. Έπρεπε να τα καταφέρει και αυτό του έδωσε δύναμη. Συγκεντρώθηκε ξανά, πήρε βαθιές αργές ανάσες και το μυαλό του άδειαζε λίγο λίγο. Άρχισε να νιώθει τόσο ελαφρύς και ταυτόχρονα τόσο δυνατός. Τα βιβλία που είχε εμπρός του τη μια άρχιζαν να θολώνουν και την άλλη να εμφανίζονται...

 

Η Ελένη τηλεφωνούσε απ’ το κινητό της. Ήταν στ’ αμάξι. Είχε πάρει την απόφασή της. Οδηγούσε σα τρελή. Τίποτε δε τη σταματούσε. Ήθελε να’ ναι μαζί του.

 

Τα βιβλία άρχισαν να χάνονται όλο και πιο πολύ. Η ώρα ήταν 12:24.

 

Η Ελένη ήταν κάτω απ’ το σπίτι. Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε τρέχοντας, παρατώντας τ’ αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου, με τη μηχανή να δουλεύει και τα φώτα ανοιχτά. Η ώρα ήταν 12:26.

 

Από την προσήλωση του βλέμματος τα μάτια του άρχισαν να πονούν, το μυαλό του διαπερνούσαν καρφιά. Πρώτη φορά ένιωσε τους συλλογισμούς να τον πονούν τόσο. Όσο άδειαζε ο νους, τόσο ο πόνος τον τρυπούσε. Εδώ και κάποια δευτερόλεπτα τα βιβλία είχαν εξαφανιστεί σταθερά. Έπρεπε να κρατήσει ελάχιστα ακόμα. Τα βιβλία δεν έπρεπε να εμφανιστούν πριν διαφύγει. 12:28.

 

Η Ελένη ανέβαινε δύο δύο τα σκαλοπάτια, ώσπου πρόβαλε η μισάνοιχτη πόρτα στο οπτικό της πεδίο από τη γωνία της σκάλας. Σκόνταψε στο πλατύσκαλο κι έσκισε το γόνατό της. Σηκώθηκε απελπισμένη και μπήκε με φόρα στο διαμέρισμα φωνάζοντας το όνομά του. Διέκρινε τη φιγούρα του να χάνεται μέσα στη βιβλιοθήκη. Δεν τον πρόλαβε. Ήταν αργά.

 

Από τη φόρα που είχε πάρει βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο χάνοντας την ισορροπία του. Ένα χέρι τον τράβηξε και τον βοήθησε να σηκωθεί.

- Είσαι καλά φίλε; ακούστηκε να του λέει μια φωνή με παχύ λάμδα.

- Μια χαρά σ’ ευχαριστώ, είπε ο Μενέλαος και καθώς σηκωνόταν κοίταξε τον άνθρωπο που τον βοήθησε. Απίστευτο! Ο Γιάννης!

- Δεν είσαι απ’ τα μέρη μας ε;

- Ε, όχι, από Αθήνα, τώρα μόλις έφτασα.

- Καλά, πρωτοχρονιάτικα κι εσύ ταξίδευες;

- Οι μοναχικοί ταξιδιώτες γιορτάζουν παντού φίλε…

- Τ’ όνομά σου;

Κοντοστάθηκε για λίγο ο Μενέλαος κι ύστερα αποκρίθηκε.

 

- Οδυσσέας, και πρότεινε το χέρι του.

- Γιάννης, και συμπλήρωσε τη χειραψία, έχεις που να μείνεις απόψε;

- Η αλήθεια είναι πως δεν έχω προλάβει να ψάξω τίποτε, μόλις έφτασα.

- Κοίτα, σε λίγες μέρες ξενοικιάζεται ένα διαμέρισμα εκεί που μένω, είμαι διαχειριστής και θα πω τον ιδιοκτήτη, αν ενδιαφέρεσαι.

- Φυσικά, ενδιαφέρομαι!

- Λοιπόν, μέχρι τότε έλα να μείνεις μαζί μου, τι λες;

- Σε λέω ότι συμφωνώ, απάντησε χαμογελώντας.

- Πλακίτσα πλακίτσα; Χαχα, είπε τονίζοντας επιτηδευμένα το λάμδα.

 

Ναι, σίγουρα ήταν ο Γιάννης αυτός. Ο καλός του φίλος. Πόσο ίδιος και ταυτόχρονα πόσο διαφορετικός. Σίγουρα, θα έκαναν καλή παρέα οι δυο τους.

Ο Οδυσσέας χρειάστηκε χρόνο να προσαρμοστεί. Έπαιρνε τη νέα του ζωή μέρα μέρα. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη αβίαστα, ακούραστα και διψασμένα. Πάνω στη χαίτη του χρόνου είχαν γαντζωθεί όλα τα νέα δεδομένα, τα όνειρα, οι προσδοκίες και τα ερωτηματικά. Κι ο Οδυσσέας καβάλα στο άλογο του ατέρμονου γητευτή των στιγμών ήταν έτοιμος να πληρώσει το αντάλλαγμα στο δημιουργό του. Επιτέλους, θα έβρισκε λύση η απορία που είχε πέντε χρόνια τώρα και το κλειδάκι που κρεμόταν στο λαιμό του φυλαχτό, σύντομα θα ελευθερωνόταν εκπληρώνοντας το σκοπό του. Στη θυρίδα πράγματι υπήρχε ένα γράμμα με τον λατινικό αριθμό ΙΙ.

«Αγαπητέ Μενέλαε,

Ελπίζω να είσαι καλά. Για να διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι είσαι καλά και πως σε λίγο καιρό θα περιμένω νέα σου. Τόσα χρόνια κουβαλούσες τούτο το βάρος και σ’ ευχαριστώ. Ήρθε η ώρα να ξεφορτωθείς το βάρος που μου αναλογεί. Αλλά leve fit, quod bene fertur onus (Το βάρος γίνεται πιο ελαφρό όταν το κουβαλάς με υπακοή) φίλε μου, κι εσύ έδειξες τη φρόνηση που αρμόζει στη περίπτωση.

Θ’ αναρωτήθηκες πολλές φορές, πιο είναι το αντάλλαγμα που θα σου ζητήσω. Πριν στο πω όμως, θα ήθελα να σου χαρίσω μιαν αλήθεια ακόμα.

Μενέλαε, φίλε μου, έχεις τη δύναμη να δημιουργήσεις. Να γίνεις ένας μικρός θεός. Να φτιάξεις κόσμους. Να πλάσεις πλάσματα που θα ζουν μέσα. Ν’ αλλάζεις ρόλους από υπαρκτό πρόσωπο που είσαι τώρα, σε ήρωα ή συγγραφέα. Έτσι, μπορείς να ζήσεις αιώνες, όπως κι εγώ. Θα εναλλάσσεις τη θέση σου με ρόλους που σου επιτρέπουν να σχετίζεσαι με τους υπόλοιπους μικρούς θεούς ή θνητούς. Πρωτόγνωρες αλήθειες, πρωτόγνωρες εμπειρίες. Με όρια μόνον αυτά που βάζει ο εαυτός σου. Με μια παράκληση όμως. Μη ξεχάσεις την παρακάτω επιθυμία μου, και λάβε την υπόψη σου ως το αντάλλαγμα που σου ζητώ.

Κουράστηκα Μενέλαε, κουράστηκα. Ζω τόσο, που το είναι μου ζητά ν’ αναπαυθεί. Σου γνωρίζω ότι έχεις τη δυνατότητα, και αυτή είναι η επιθυμία μου, να συνεχίσεις και να τελειώσεις την ιστορία που ξεκίνησα πριν χρόνια με σένα. Με τη διαφορά ότι ήρωας πια θα είμαι εγώ και συγγραφέας εσύ. Αυτή η ιστορία θέλω να είναι και το τέλος της ύπαρξής μου, φίλε μου. Φρόντισε γι’ αυτό. Αν και nulla placida quies est, nisi quam ratio composuit (μόνο το μυαλό μπορεί να εξασφαλίσει τη γαλήνη) εγώ δεν τα κατάφερα Μενέλαε. Επιζητώ τη γαλήνη. Το τέλος. Σε κάθε μου δυσκολία και ψυχική κούραση τελευταία επαναλάμβανα στον εαυτό μου: «Memento mori» (να θυμάσαι το θάνατο) και αυτό με βοηθούσε, με ανακούφιζε. Ήταν μια ελπίδα για μένα. Αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια, υιοθέτησα το σκεπτικό πως si sis vitam para mortem (αν θέλεις να ζήσεις, ετοιμάσου να πεθάνεις) κι έτσι έζησα τα πιο ωραία, μέρα μέρα, κι ήπια τη ζωή γουλιά γουλιά, σα να ’ταν οι τελευταίες γουλιές που μου είχαν απομείνει.

Δώσε μου λοιπόν, έναν αξιοπρεπή θάνατο, ένδοξο αν γίνεται, και τα ultima verba (τελευταία λόγια) ας είναι μια μεγάλη αλήθεια προσφορά στον αναγνώστη.

Σ’ ευχαριστώ,

Να είσαι πάντα καλά και μη ξεχνάς verba volant scripta manent (τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν) και tantum possumus, quantum scimus (τόσο μπορούμε, όσο γνωρίζουμε). Η Interna Corporis (εσωτερική υπόθεση) έλαβε τέλος. Ένα τέλος δίχως τέλος, καθώς πάντα θα είναι για όλους εμάς μια I.C.

Ο συγγραφέας και δημιουργός σου»