GreekEnglish (United Kingdom)

Μενού

Follow us on

 





I.C. - Ένα πρωινό
Ευρετήριο Άρθρου
I.C.
Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ένα πρωινό
Ένα παράξενο λουλούδι
Interna Corporis
Όνειρο μέσα σε όνειρο
Όλες οι Σελίδες

Ένα πρωινό


Η λογική μας παίζει πολλές φορές περίεργα παιχνίδια. Αν ήταν όλα λογικά, θα είχαμε κατανοήσει – εδώ και χιλιάδες χρόνια ίσως – τα μυστικά της ζωής, του σύμπαντος, της φύσης ή ακόμα και του Θεού. Πολλοί από μας μελετούν συνεχώς, έτσι ώστε να καταλάβουν την εικόνα των πραγμάτων, λίγοι μπορούν να δουν έστω και μια αμυδρή φιγούρα της, κάποιοι τόλμησαν να ισχυριστούν πως την είδαν φωτισμένη και με κάθε λεπτομέρεια, πως τους αποκαλύφθηκε μέσω μιας ανεξήγητης διαδικασίας που ονόμασαν θεϊκή, που δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν τις προθέσεις της.

 

Και αν ο Θεός δε θέλει να σε κάνει να δεις τη φύση του, πώς θα τη δεις; … Επ! Ποιος μιλάει και γιατί είναι μέσα στο κεφάλι μου;

 

Η κούραση και το περίεργο επεισόδιο είχαν αρχίσει να παίζουν με τη λογική του Μενέλαου οδηγώντας τον σε ένα παραλήρημα σκέψεων που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει.

 

Το μυαλό μου αντηχεί!

Και το βιβλίο;

Verita, η αλήθεια, είναι αυτή που κατανοούν τα αισθητήριά μας όργανα; Όχι βέβαια, χρόνια πριν, οι άνθρωποι εξηγώντας το Θεό επινόησαν την αλήθεια σαν μια από τις εκδοχές του, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο μεγάλος ιερέας του σύμπαντος είχε κάθε δύναμη που δεν μπορούσε να χωρέσει μέσα στη λογική μας, ένα υπέρτατο σημείο τόσο ισχυρό, που μπορούσε να είναι και να μην είναι, να υπάρχει και να μην υπάρχει, να βρίσκεται σε κάθε σημείο του σύμπαντος, έτσι που οι θεολόγοι να αναρωτιούνται για τη φύση του… και η αλήθεια;

Αν η αλήθεια ήταν αντίθετη με το Θεό δε θα ήταν αλήθεια; Αν η αλήθεια σου δεν είναι η δική μου ποιανού είναι;

 

Ένας ακόμα καφές φάνηκε αναγκαίος για τον Μενέλαο. Σηκώθηκε με αργά βήματα και πλησίασε στην πόρτα της κουζίνας. Γυρίζοντας προς τα πίσω είδε την εξώπορτά του και θυμήθηκε ξανά το γέρο που κατοικούσε χθες στο σπίτι του... Χμ, για αυτόν ποια ήταν η αλήθεια;

 

Ο μικρός διαλογισμός καθώς φουσκώνει ο καφές είναι από τις καλύτερες ελληνικές συνήθειες. Πόσες φορές η ενασχόλησή μας με κάτι μηχανικό δεν ξεμπλοκάρει το μυαλό μας από το λογικό ή μνημονικό αδιέξοδο που νομίζουμε πως έχουμε; Έτσι και η στιγμή της προετοιμασίας του δεύτερου καφέ, έδωσε μια αναλαμπή στη λογική του. Ο συλλογισμός ήταν τόσο απλός μα τόσο δυσνόητος που δεν μπορούσε να τον αποδεχθεί ακόμα. Και ο γέρος είχε δίκιο.

 

Μα ήμουν σπίτι μου…

Ήμουν σπίτι μου; Μα το μόνο που μου θύμισε το σπίτι ήταν ο χώρος τριγύρω του…

 

Έτρεξε προς την πόρτα και κοίταξε ξανά και ξανά την εικόνα της προσπαθώντας να θυμηθεί το χθεσινό επεισόδιο με ξεκούραστο μυαλό. Δεν ήταν σίγουρος ακόμα, πού ήταν και πώς βρέθηκε εκεί. Και αν δεν ήταν σπίτι του, τότε πώς διάολο τον βρήκε ο Γιάννης στην εξώπορτα; Μήπως τον πότισαν κάτι που δεν έπρεπε; Μήπως το αλκοόλ είχε κάνει τόσο καλά τη δουλειά του χθες το βράδυ και όλα αυτά τα είδε ήδη λιπόθυμος;

 

«Γαμώτο», ψέλλισε κι έτρεξε προς την κουζίνα... Ο καφές είχε φουσκώσει και χυθεί, γεμίζοντας τον πάγκο. Ταραγμένος άνοιξε το συρτάρι για να πιάσει ένα πανί, αλλά το συρτάρι του ήταν άδειο...

 

Αναρωτήθηκε προς στιγμή μήπως έχει αρχίσει να τρελαίνεται, αλλά σύντομα η πραγματικότητά του επανήλθε στη φυσιολογική ροή της. Το είχε αδειάσει ο ίδιος πριν δυο μέρες προσπαθώντας να το καθαρίσει. Όλα τα πανιά ήταν για πλύσιμο και ο καφές εξακολουθούσε να κοσμεί την επιφάνεια του πάγκου του.

 

Οι κινήσεις του έγιναν απότομες καθώς έψαχνε να βρει κάτι για να καθαρίσει, με αποτέλεσμα να μην προσέξει τον Γιάννη που τον κοιτούσε με απορία από την ανοικτή του εξώπορτα.

«Όλα καλά;» του φώναξε.

 

Ξαφνιασμένος από τη φωνή του γείτονα απάντησε κάτι σαν “μάλλον”, που ήταν όντως η κατάστασή του εκείνη τη στιγμή.

 

- Μου είπες χθες για την αστυνομία και αναρωτιόμουν μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα…

- Όχι βρε φίλε, ευχαριστώ, δε νομίζω να ήταν τελικά κάτι σοβαρό. Είχα πιει λίγο παραπάνω και νόμιζα πως είδα κάτι πράγματα, αλλά δε βαριέσαι…

 

Η απάντηση ήταν αυτό που ήθελε ο ίδιος να πιστέψει, να ξεχαστεί από το παράλογο της υπόθεσης και να μην αποδεχθεί καμιά παράλογη εικασία. Όμως δεν ήταν εύκολο να το κάνει χωρίς καμία επεξεργασία. Αλλά σίγουρα δεν μπορούσε να ισχυρισθεί στον Γιάννη ξανά πως χθες επέστρεψε σε κάτι που νόμιζε σπίτι του, όμως δεν ήταν… «Δεν ταίριαζε και το κλειδί», σκέφτηκε δυνατά...

 

- Το κλειδί; Το είχες ρίξει παραδίπλα από το χέρι σου. Μια χαρά ταίριαζε, αφού μ' αυτό άνοιξα, σου είπα.

- Ναι, ναι… κάτι άλλο σκεφτόμουν, μην ανησυχείς. Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά, είπε και κινήθηκε προς το μέρος του.

 

Δεν ήταν σε θέση ακόμα να του πει το χθεσινό σκηνικό με λεπτομέρειες, όχι μόνο από τις αμφιβολίες που είχε, αλλά και από το παράλογο της υπόθεσης που θα έκανε τον Γιάννη να αναρωτηθεί περίεργα πράγματα σχετικά με το γείτονά του και τη νοητική του κατάσταση. Θυμήθηκε παλαιότερα, όταν ήταν ακόμα στο σχολείο, που του άρεσε να διαβάζει με τις ώρες οτιδήποτε του κινούσε το ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να παραμείνει μοναχικός για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του. Τότε που τον έκραζαν οι φίλοι του “φυτό” και “μυστήριο”. Όλα αυτά όμως ανήκαν στο παρελθόν, τώρα είχε βρει την πολυπόθητη ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνικότητα και τις ενασχολήσεις του. Δεν ήθελε να χαρακτηρισθεί περίεργος ξανά... με κανέναν τρόπο.

 

- Δεν μου λες, όμως, φίλε κάτι… του είπε ο Γιάννης.

- Τι;

- Ήσουν τόσο χάλια που έπρεπε να φωνάξεις κλειδαρά για να μπεις μέσα;

...τον έλουσε κρύος ιδρώτας, συνειδητοποίησε ότι το όνειρο που νόμιζε πως τα εξηγούσε όλα, δεν μπορούσε πλέον να σταθεί σαν θεωρία...

 

- Φώναξα και κλειδαρά; είπε δήθεν γελώντας, για να καλύψει την αμηχανία του. Και εσύ πώς το ξέρεις;

- Σου άφησε χαρτάκι στην πόρτα, δεν το είδες; Ήρθε την ώρα που έβγαινα από το σπίτι σου, αχ βρε καημένο, νόμιζες πως δεν ταίριαζε το κλειδί σου; Απορώ πώς βρήκες το κουράγιο στην κατάσταση που ήσουν να τηλεφωνήσεις…

- Μα εγώ δεν…

- Την επόμενη φορά χτύπα μου την πόρτα, μην ντρέπεσαι, συνήθως κοιμάμαι αργά, δε θα με ενοχλήσεις. Τον κλειδαρά τον πλήρωσα εγώ, μου τα δίνεις κάποια άλλη στιγμή γιατί σε βλέπω απασχολημένο.

 

Ντροπιασμένος και μπερδεμένος αποχαιρέτισε τον Γιάννη ευχαριστώντας τον για άλλη μια φορά για τη χθεσινή περιποίηση. Έκλεισε την πόρτα και προχώρησε ξανά προς την κουζίνα. Ο καφές ήταν πλέον επιτακτική ανάγκη. Δεν έκανε λάθος αυτή τη φορά ούτε και ξεχάστηκε. Ετοίμασε ένα μεγάλο φλιτζάνι και ξανακάθισε στο γραφείο του. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί και ξεκίνησε να γράφει...

 

“Μερικές φορές θέλουμε να πιστέψουμε το λογικότερο, αυτό που είναι κοντά στη θέασή μας, έτσι ώστε αγνοούμε πολλά δεδομένα για να κατασκευάσουμε μια βολική υπόθεση. Όταν όμως τα δεδομένα είναι αλληλοεξαρτώμενα, η απόρριψη ενός οδηγεί και στην κατάρρευση της θεωρίας που στηρίζεται από το σύνολό τους. Μια νέα υπόθεση πρέπει τότε να διαμορφωθεί ώστε να περιλαμβάνει μόνο τα αληθή δεδομένα.”

 

Η λέξη “αληθή” δεν του καθόταν καλά, γιατί δεν μπορούσε να προσδιορίσει την αλήθεια. Εδώ παλεύουν τόσοι φιλόσοφοι εδώ και χιλιάδες χρόνια για την αλήθεια, και εγώ θα χρησιμοποιήσω έτσι αυθαίρετα τον όρο; Περί Αλήθειας λοιπόν, μήπως ήταν τυχαίο το γεγονός πως ξεκίνησε αυτό το βιβλίο;

 

Τίποτα δεν έμοιαζε τυχαίο εκείνη τη στιγμή. Όλα σαν να συνωμοτούσαν προς κάποιον σκοπό, που ακόμα δεν ήταν ξεκάθαρος στο μυαλό του. Βυθίστηκε στη μελέτη για άλλη μια φορά. Το περίεργο ήταν πως το βιβλίο ήταν στην απαγορευμένη λίστα, λες και ο στόχος του ήταν να χτυπήσει την “αλήθεια” όπως παρουσιαζόταν από τα επίσημα θρησκευτικά κείμενα. Και αυτός ο τίτλος... “κόσμοι”, προϋπέθετε τουλάχιστον δυο. Αλλά και πάλι, μπορεί να ήταν απλά μια θεολογική θεώρηση που να είχε να κάνει με τον υλικό και άυλο. Η περιέργειά του μεγάλωνε καθώς προχωρούσε με τη μελέτη του, αργά, προσπαθώντας να κατανοήσει τις λέξεις με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.

- Σε ενοχλώ; ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη του ακουστικού.

- Εε… όχι, δεν ενοχλείς, είπε ευγενικά.

- Ήσουν χάλια χθες όταν έφυγες από το μαγαζί.

- Μάλλον έχεις δίκιο… απάντησε, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν.

Μου έδωσε η Καίτη το τηλέφωνό σου…