GreekEnglish (United Kingdom)

Μενού

Follow us on

 





I.C.
Ευρετήριο Άρθρου
I.C.
Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ένα πρωινό
Ένα παράξενο λουλούδι
Interna Corporis
Όνειρο μέσα σε όνειρο
Όλες οι Σελίδες

Το πρώτο διήγημα του Round Robin από την ομάδα Sorcery.

 

Γράφουν οι:

Marauder

daedalus

Ragged Robin

Mare Liberum

arisseirios

 


Ολόκληρο το διήγημα μπορείτε επίσης να το κατεβάσετε και σε μορφή pdf, πατώντας εδώ.

 


Αγγίζοντας την άλλη πλευρά


Ήταν τέλη Οκτώβρη, μια νύχτα που φαινομενικά έμοιαζε με κάθε άλλη, τότε που, γυρνώντας στο σπίτι του λίγο πριν τα μεσάνυχτα, τον περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη. Έστριψε αργά στη γωνία προσπαθώντας να αντέξει λίγο ακόμα μέχρι ν’ ανέβει τα σκαλιά της παλιάς πολυκατοικίας, στην οποία έμενε εδώ και δυο χρόνια σε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά της Αθήνας. Για πολλοστή φορά υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι αυτή θα ήταν η τελευταία που έπινε αλκοόλ…μια υπόσχεση που γνώριζε ήδη ότι θα αναιρούσε το επόμενο κιόλας βράδι. Άνοιξε με δυσκολία την εξώπορτα, παρ’ όλο που έμενε πάντα ανοιχτή (ο αφαλός είχε χαλάσει και το χερούλι κρεμόταν) και άρχισε να ανεβαίνει αργά τα σκαλιά. Το μόνο που σκεφτόταν – εκτός απ’ την ατυχία του να μην υπάρχει ασανσέρ – ήταν η στιγμή που θα έπεφτε στο κρεβάτι, προσπαθώντας να απαλλαγεί κάπως απ’ τον τρομερό πονοκέφαλο.

 

Μόλις έφτασε στο πλατύσκαλο του 2ου ορόφου έριξε μια ματιά στο ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο: 12:00. «Περίεργο», σκέφτηκε, «ποιος έβαλε αυτό το ρολόι εδώ;». Στον όροφο εκείνο βρισκόταν μόνο το διαμέρισμά του κι αν κάποιος άλλος ένοικος ήθελε να βάλει για οποιοδήποτε λόγο ένα ρολόι θα το είχε κάνει έξω απ’ το δικό του διαμέρισμα ή στην είσοδο της πολυκατοικίας. Και, τέλος πάντων, θα είχε βάλει ένα κανονικό ρολόι τοίχου κι όχι ένα ρολόι χειρός κρεμασμένο από μια πρόκα στον τοίχο! Η ζαλάδα δεν τον άφησε να συνεχίσει τις σκέψεις του και με βιαστικές, αν και άχαρες, κινήσεις προσπάθησε να βγάλει τα κλειδιά απ’ την τσέπη του.

Η απόσταση απ’ το πάτωμα του φαινόταν εξαιρετικά μακρινή, αλλά δεν είχε επιλογή. Με μια δυναμική προσπάθεια έσκυψε για να σηκώσει τα κλειδιά που του είχαν πέσει και ξανασηκώθηκε. Περιέργως, άρχισε να αισθάνεται πολύ καλύτερα, ο πονοκέφαλος κι η ζαλάδα που τον βασάνιζαν τόση ώρα είχαν εξαφανιστεί! «Τι στο διάολο…», αναρωτήθηκε, αλλά δεν έδωσε και ιδιαίτερη σημασία. Του έφτανε που αισθανόταν ήδη υπέροχα και για μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει στο συνοικιακό μπαράκι που σύχναζε σχεδόν καθημερινά. «Ευκαιρία να γνωρίσω κι εκείνη τη μελαχρινούλα που είχε φτάσει λίγο πριν φύγω και καθόταν μόνη της…μάλλον καμιά φίλη της Καίτης θα ήταν» (η Καίτη ήταν η σερβιτόρα και τις είχε δει να μιλούν πριν φύγει). «Τέλος πάντων, ας μπω λιγάκι στο σπίτι και βλέπουμε…τουλάχιστον να πάρω ένα μπουφάν μαζί, έχει αρχίσει να χειμωνιάζει…» και μ’ αυτές τις σκέψεις έβαλε το κλειδί στην πόρτα.

 

Η έκπληξή του γρήγορα μετατράπηκε σε θυμό μαζί με απορία. Το κλειδί δε γυρνούσε με τίποτα! Το κοίταξε, βεβαιώθηκε ότι ήταν το σωστό, ξαναδοκίμασε, αλλά πάλι απέτυχε. «Γαμώ το…» καμιά βρισιά δεν μπορούσε να τον ικανοποιήσει για να ολοκληρώσει τη φράση του που επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Πήρε γρήγορα τηλέφωνο έναν κλειδαρά, του έδωσε τη διεύθυνση και του είπε ότι θα τον περιμένει μπροστά στην είσοδο του διαμερίσματος. Εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι το πολύ σε δύο λεπτά θα ήταν εκεί. Έκλεισε το τηλέφωνο, έβγαλε το σακουλάκι με τον καπνό κι άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο…

 

Πράγματι, σε δυο λεπτά άκουσε γοργά βήματα στη σκάλα. «Εδώ, επάνω!» φώναξε και κοίταξε προς το πλατύσκαλο, στο οποίο αμέσως εμφανίστηκαν δυο αστυνομικοί με προτεταμένα όπλα και μια έκφραση απορίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.

 

- Ακίνητος!, αναφώνησε ο ένας απ’ αυτούς, ψηλά τα χέρια σου να τα βλέπω.

- Τι συμβαίνει ρε παιδιά; απάντησε φανερά απορημένος.

- Ψηλά σου είπα τα χέρια σου, τώρα! Και απομακρύνσου απ’ την πόρτα.

 

Ο Μενέλαος έκανε δυο βήματα προς το μέρος τους και σήκωσε τα χέρια του ανοίγοντας ταυτόχρονα τις παλάμες του για να τους δείξει ότι δεν κρατά κάποιο όπλο. Ο ένας αστυνομικός κατευθύνθηκε προς την πόρτα του διαμερίσματός του και χτύπησε.

 

- Ανοίξτε, παρακαλώ, αστυνομία! Μας καλέσατε.

 

Το φως της εισόδου του διαμερίσματός του άναψε, η πόρτα ακούστηκε να ξεκλειδώνει από μέσα, άνοιξε σιγά σιγά κι ένας ηλικιωμένος ξεπρόβαλλε δειλά. Ο Μενέλαος δεν πίστευε στα μάτια του! Κάποιος άγνωστος βρισκόταν στο σπίτι του, είχε αλλάξει την κλειδαριά του και είχε φωνάξει και την αστυνομία να τον συλλάβει; Ήταν αδιανόητο! Μια τερατώδης οργή τον είχε κατακλύσει, άνοιξε το στόμα του έτοιμος να διαμαρτυρηθεί για το παράλογο της υπόθεσης, να απαιτήσει αυτός εξηγήσεις για όσα συνέβαιναν. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε να επιστρέφει ο πονοκέφαλος, πιο δυνατός από πριν, άρχισε πάλι να ζαλίζεται, η εικόνα εμπρός του θόλωνε γοργά… δυσκολευόταν να διακρίνει τους αστυνομικούς, τον ηλικιωμένο που βγήκε απ’ το διαμέρισμά του κι άρχισε να τους εξηγεί ότι άκουσε κάποιον να προσπαθεί να παραβιάσει την κλειδαριά της πόρτας του κι αυτός κάλεσε έντρομος την Άμεση Δράση… ο ήχος χαμήλωνε στ’ αυτιά του Μενέλαου, τα χρώματα μπερδεύονταν και τελικά λιποθύμησε. Το μόνο που πρόλαβε να συνειδητοποιήσει πριν σωριαστεί στο πάτωμα ήταν ότι η ώρα είχε πάει 12:15.

 

Άνοιξε τα μάτια του και για μια στιγμή προσπάθησε να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Είδε στον απέναντι τοίχο ένα γνώριμο πίνακα, κάτι απ’ αυτά που σχεδίαζε ο ίδιος πριν αρκετά χρόνια, δεξιά τη βιβλιοθήκη του και πάνω στο τραπεζάκι εμπρός του μερικά περιοδικά που διάβαζε συχνά. Δεν υπήρχε αμφιβολία, καθόταν στον καναπέ του σπιτιού του, αλλά ακόμη δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει…

 

- Ξύπνησες; Πάλι καλά που σε βρήκα και σε μάζεψα.

 

Η φωνή ακούστηκε αρκετά γνώριμη, αλλά όχι οικεία. Έστρεψε το βλέμμα του αριστερά και αντίκρισε τον Γιάννη, το διαχειριστή της πολυκατοικίας, να έρχεται προς το μέρος του κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ.

 

- Σου έφτιαξα έναν καφέ. Έλα, πιες. Ευτυχώς που είχα πάει επίσκεψη σ’ ένα φίλο μου σήμερα και άργησα να γυρίσω. Σε βρήκα πεσμένο μπροστά στην πόρτα και στην αρχή, ομολογώ, ανησύχησα. Μόλις πλησίασα, βέβαια, κατάλαβα…η μυρωδιά του αλκοόλ ήταν διαπεραστική. Τα κλειδιά σου ήταν πεταμένα στο πλάι και πήρα το θάρρος…

- Σ’ ευχαριστώ…

- Καλά ρε συ, δεν τρέχει τίποτα, μην το παρακάνεις όμως με το ρημάδι. Ποιος ξέρει πόση ώρα ήσουν εκεί…

- Τι ώρα είναι;

- 12:30

- Ένα τέταρτο…

- Πάλι καλά…

- Μπορεί και μισάωρο…δε μου λες, ήταν κανείς άλλος εδώ όταν ήρθες;

- Πού εδώ, στο διαμέρισμά σου; Όχι, βέβαια, η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Μάλιστα, αυτές τις μέρες δεν είναι κανείς σ’ όλη την πολυκατοικία. Τριήμερο βλέπεις, έχουν φύγει όλοι.

- Είδες κανένα περιπολικό απ’ έξω;

- Όχι, δε νομίζω…με τρομάζεις ρε Μενέλαε. Συνέβη κάτι; Σε ψάχνει η αστυνομία;

- Με βρήκε, χα χα!

 

Χαμογέλασε και ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ, ο οποίος ευτυχώς είχε αρχίσει να επιδρά θετικά. Ο πονοκέφαλος είχε υποχωρήσει αισθητά και δε ζαλιζόταν πλέον καθόλου.

 

- Αλλά δεν ξέρω γιατί μ’ αφήσανε…ή γιατί τους άφησα εγώ…κι εκείνον τον γέρο…

- Τι λες;

- Τίποτα, άσε με, όλα καλά. Σ’ ευχαριστώ πολύ…

- Είσαι εντάξει; Μήπως θέλεις κάτι, να σε βοηθήσω; Μη σε νοιάζει για μένα, δεν με απασχολείς, ειλικρινά.

- Όχι, να ‘σαι καλά, μην ανησυχείς. Μια χαρά είμαι, θα πάω να κοιμηθώ.

- Καλώς! Αν είναι έτσι, να σ’ αφήσω να ξεκουραστείς.

 

Ο Γιάννης σηκώθηκε και στράφηκε προς την πόρτα. Έριξε μια τελευταία ματιά συμπόνιας στο Μενέλαο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του. «Ποιος ξέρει τι να έπαθε ο καημένος…άτιμα θηλυκά!» σκέφτηκε, καθώς κατευθυνόταν προς τη σκάλα για να πάει στο διαμέρισμά του. Για κάθε παράξενη συμπεριφορά ενός άντρα ήταν σίγουρος ότι ευθυνόταν μια ερωτική αποτυχία.

 

Ο Μενέλαος δεν μπορούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Πήρε τα κλειδιά του και τα δοκίμασε στην πόρτα. Η πόρτα κλείδωνε και ξεκλείδωνε κανονικότατα. Την άνοιξε και κοίταξε έξω το διάδρομο. Κανείς. Παρατήρησε τον τοίχο στον οποίο είχε δει το ρολόι. Τίποτα. «Οπότε», σκέφτηκε, «μπορεί να μην ήμουν μόνο μισή ώρα εδώ έξω…». Το φως, φυσικά, της εισόδου του ήταν σβηστό. «Μυστήρια πράγματα…» σιγοψιθύρισε. «Τόσο χάλια έγινα απ’ το ποτό; Μα τόσο; Κι είναι η πρώτη φορά που λιποθυμώ». Έκλεισε την πόρτα και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Αυτό που είχε σημασία προς το παρόν ήταν να πέσει για ύπνο. Αλλά οι σκέψεις δεν τον άφηναν στιγμή. Η κατάσταση που είχε βιώσει ήταν πέρα για πέρα αληθινή, ήταν σίγουρος…αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Και πώς ήταν δυνατό κάτι τέτοιο; Μετά από αρκετή ώρα ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν και να βυθίζεται στον κόσμο των ονείρων.

 

Το επόμενο πρωινό τον βρήκε ευδιάθετο, αν και τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας ακόμα του δημιουργούσαν σκέψεις και ερωτηματικά. Σ’ αυτές τις σκέψεις είχε προστεθεί και η έντονη παρουσία μιας γυναικείας μορφής που για κάποιο λόγο θεωρούσε σημαντική. Ήταν το μόνο που θυμόταν απ’ τα όνειρα που πιθανόν είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Κι επειδή γενικότερα στη ζωή του ήταν σπάνιες οι φορές που θυμόταν κάποιο όνειρο, όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο το θεωρούσε σαν «οιωνό», σαν κάτι άξιο προσοχής και κάποιας σημασίας. Προσπάθησε να θυμηθεί κάποιο άλλο στοιχείο, κάτι περισσότερο απ’ τα όνειρά του, αλλά μάταια. Μόνο η μορφή της κοπέλας είχε καταφέρει να παραμείνει ως ανάμνηση. Μάλιστα, αυτή η μορφή, αν και αρκετά ακαθόριστη, του έφερνε φευγαλέα στο νου εκείνη την κοπέλα που είχε παρατηρήσει στο μπαρ, λίγο πριν φύγει για να επιστρέψει στο σπίτι. «Δε θα ‘ναι δύσκολο να τη βρω» σκέφτηκε. «Αλλά ας τ’ αφήσουμε γι’ αργότερα αυτά. Έχω δουλειά να κάνω».

 

Σηκώθηκε, ετοίμασε καφέ και κατευθύνθηκε στο γραφείο του. Ήταν ένα δωμάτιο του σπιτιού του, στο οποίο περνούσε τις περισσότερες ώρες του “ελεύθερου χρόνου” του μελετώντας διάφορα θέματα που τον ενδιέφεραν. Την εποχή αυτή ασχολούταν κυρίως με τη μελέτη των λατινικών και με μεταφράσεις διαφόρων κειμένων στα λατινικά. Μάλιστα, είχε καταφέρει να βρει κάποια αποσπάσματα σπάνιων έργων από γνωστούς αλλά και άγνωστους συγγραφείς και είχε επιδοθεί με μανία στη μετάφρασή τους. Το σημαντικότερο απ’ αυτά, αυτό που παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον για το Μενέλαο, ήταν μια πραγματεία “περί της Αλήθειας, του Θεού και των Κόσμων” όπως ονομαζόταν, από κάποιον ανώνυμο συγγραφέα, που απ’ όσο μπόρεσε να ανακαλύψει είχε γραφτεί κάπου μεταξύ του 11ου και 12ου αιώνα μ.Χ. και το οποίο “απαγορεύτηκε” απ’ την επίσημη Εκκλησία. Ειδικά, η χρησιμοποίηση της λέξης “Κόσμοι” στον τίτλο, αντί του “Κόσμου” όπως θα ανέμενε κανείς, είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον του.

 

 

 


Ένα πρωινό


Η λογική μας παίζει πολλές φορές περίεργα παιχνίδια. Αν ήταν όλα λογικά, θα είχαμε κατανοήσει – εδώ και χιλιάδες χρόνια ίσως – τα μυστικά της ζωής, του σύμπαντος, της φύσης ή ακόμα και του Θεού. Πολλοί από μας μελετούν συνεχώς, έτσι ώστε να καταλάβουν την εικόνα των πραγμάτων, λίγοι μπορούν να δουν έστω και μια αμυδρή φιγούρα της, κάποιοι τόλμησαν να ισχυριστούν πως την είδαν φωτισμένη και με κάθε λεπτομέρεια, πως τους αποκαλύφθηκε μέσω μιας ανεξήγητης διαδικασίας που ονόμασαν θεϊκή, που δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν τις προθέσεις της.

 

Και αν ο Θεός δε θέλει να σε κάνει να δεις τη φύση του, πώς θα τη δεις; … Επ! Ποιος μιλάει και γιατί είναι μέσα στο κεφάλι μου;

 

Η κούραση και το περίεργο επεισόδιο είχαν αρχίσει να παίζουν με τη λογική του Μενέλαου οδηγώντας τον σε ένα παραλήρημα σκέψεων που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει.

 

Το μυαλό μου αντηχεί!

Και το βιβλίο;

Verita, η αλήθεια, είναι αυτή που κατανοούν τα αισθητήριά μας όργανα; Όχι βέβαια, χρόνια πριν, οι άνθρωποι εξηγώντας το Θεό επινόησαν την αλήθεια σαν μια από τις εκδοχές του, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο μεγάλος ιερέας του σύμπαντος είχε κάθε δύναμη που δεν μπορούσε να χωρέσει μέσα στη λογική μας, ένα υπέρτατο σημείο τόσο ισχυρό, που μπορούσε να είναι και να μην είναι, να υπάρχει και να μην υπάρχει, να βρίσκεται σε κάθε σημείο του σύμπαντος, έτσι που οι θεολόγοι να αναρωτιούνται για τη φύση του… και η αλήθεια;

Αν η αλήθεια ήταν αντίθετη με το Θεό δε θα ήταν αλήθεια; Αν η αλήθεια σου δεν είναι η δική μου ποιανού είναι;

 

Ένας ακόμα καφές φάνηκε αναγκαίος για τον Μενέλαο. Σηκώθηκε με αργά βήματα και πλησίασε στην πόρτα της κουζίνας. Γυρίζοντας προς τα πίσω είδε την εξώπορτά του και θυμήθηκε ξανά το γέρο που κατοικούσε χθες στο σπίτι του... Χμ, για αυτόν ποια ήταν η αλήθεια;

 

Ο μικρός διαλογισμός καθώς φουσκώνει ο καφές είναι από τις καλύτερες ελληνικές συνήθειες. Πόσες φορές η ενασχόλησή μας με κάτι μηχανικό δεν ξεμπλοκάρει το μυαλό μας από το λογικό ή μνημονικό αδιέξοδο που νομίζουμε πως έχουμε; Έτσι και η στιγμή της προετοιμασίας του δεύτερου καφέ, έδωσε μια αναλαμπή στη λογική του. Ο συλλογισμός ήταν τόσο απλός μα τόσο δυσνόητος που δεν μπορούσε να τον αποδεχθεί ακόμα. Και ο γέρος είχε δίκιο.

 

Μα ήμουν σπίτι μου…

Ήμουν σπίτι μου; Μα το μόνο που μου θύμισε το σπίτι ήταν ο χώρος τριγύρω του…

 

Έτρεξε προς την πόρτα και κοίταξε ξανά και ξανά την εικόνα της προσπαθώντας να θυμηθεί το χθεσινό επεισόδιο με ξεκούραστο μυαλό. Δεν ήταν σίγουρος ακόμα, πού ήταν και πώς βρέθηκε εκεί. Και αν δεν ήταν σπίτι του, τότε πώς διάολο τον βρήκε ο Γιάννης στην εξώπορτα; Μήπως τον πότισαν κάτι που δεν έπρεπε; Μήπως το αλκοόλ είχε κάνει τόσο καλά τη δουλειά του χθες το βράδυ και όλα αυτά τα είδε ήδη λιπόθυμος;

 

«Γαμώτο», ψέλλισε κι έτρεξε προς την κουζίνα... Ο καφές είχε φουσκώσει και χυθεί, γεμίζοντας τον πάγκο. Ταραγμένος άνοιξε το συρτάρι για να πιάσει ένα πανί, αλλά το συρτάρι του ήταν άδειο...

 

Αναρωτήθηκε προς στιγμή μήπως έχει αρχίσει να τρελαίνεται, αλλά σύντομα η πραγματικότητά του επανήλθε στη φυσιολογική ροή της. Το είχε αδειάσει ο ίδιος πριν δυο μέρες προσπαθώντας να το καθαρίσει. Όλα τα πανιά ήταν για πλύσιμο και ο καφές εξακολουθούσε να κοσμεί την επιφάνεια του πάγκου του.

 

Οι κινήσεις του έγιναν απότομες καθώς έψαχνε να βρει κάτι για να καθαρίσει, με αποτέλεσμα να μην προσέξει τον Γιάννη που τον κοιτούσε με απορία από την ανοικτή του εξώπορτα.

«Όλα καλά;» του φώναξε.

 

Ξαφνιασμένος από τη φωνή του γείτονα απάντησε κάτι σαν “μάλλον”, που ήταν όντως η κατάστασή του εκείνη τη στιγμή.

 

- Μου είπες χθες για την αστυνομία και αναρωτιόμουν μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα…

- Όχι βρε φίλε, ευχαριστώ, δε νομίζω να ήταν τελικά κάτι σοβαρό. Είχα πιει λίγο παραπάνω και νόμιζα πως είδα κάτι πράγματα, αλλά δε βαριέσαι…

 

Η απάντηση ήταν αυτό που ήθελε ο ίδιος να πιστέψει, να ξεχαστεί από το παράλογο της υπόθεσης και να μην αποδεχθεί καμιά παράλογη εικασία. Όμως δεν ήταν εύκολο να το κάνει χωρίς καμία επεξεργασία. Αλλά σίγουρα δεν μπορούσε να ισχυρισθεί στον Γιάννη ξανά πως χθες επέστρεψε σε κάτι που νόμιζε σπίτι του, όμως δεν ήταν… «Δεν ταίριαζε και το κλειδί», σκέφτηκε δυνατά...

 

- Το κλειδί; Το είχες ρίξει παραδίπλα από το χέρι σου. Μια χαρά ταίριαζε, αφού μ' αυτό άνοιξα, σου είπα.

- Ναι, ναι… κάτι άλλο σκεφτόμουν, μην ανησυχείς. Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά, είπε και κινήθηκε προς το μέρος του.

 

Δεν ήταν σε θέση ακόμα να του πει το χθεσινό σκηνικό με λεπτομέρειες, όχι μόνο από τις αμφιβολίες που είχε, αλλά και από το παράλογο της υπόθεσης που θα έκανε τον Γιάννη να αναρωτηθεί περίεργα πράγματα σχετικά με το γείτονά του και τη νοητική του κατάσταση. Θυμήθηκε παλαιότερα, όταν ήταν ακόμα στο σχολείο, που του άρεσε να διαβάζει με τις ώρες οτιδήποτε του κινούσε το ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να παραμείνει μοναχικός για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του. Τότε που τον έκραζαν οι φίλοι του “φυτό” και “μυστήριο”. Όλα αυτά όμως ανήκαν στο παρελθόν, τώρα είχε βρει την πολυπόθητη ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνικότητα και τις ενασχολήσεις του. Δεν ήθελε να χαρακτηρισθεί περίεργος ξανά... με κανέναν τρόπο.

 

- Δεν μου λες, όμως, φίλε κάτι… του είπε ο Γιάννης.

- Τι;

- Ήσουν τόσο χάλια που έπρεπε να φωνάξεις κλειδαρά για να μπεις μέσα;

...τον έλουσε κρύος ιδρώτας, συνειδητοποίησε ότι το όνειρο που νόμιζε πως τα εξηγούσε όλα, δεν μπορούσε πλέον να σταθεί σαν θεωρία...

 

- Φώναξα και κλειδαρά; είπε δήθεν γελώντας, για να καλύψει την αμηχανία του. Και εσύ πώς το ξέρεις;

- Σου άφησε χαρτάκι στην πόρτα, δεν το είδες; Ήρθε την ώρα που έβγαινα από το σπίτι σου, αχ βρε καημένο, νόμιζες πως δεν ταίριαζε το κλειδί σου; Απορώ πώς βρήκες το κουράγιο στην κατάσταση που ήσουν να τηλεφωνήσεις…

- Μα εγώ δεν…

- Την επόμενη φορά χτύπα μου την πόρτα, μην ντρέπεσαι, συνήθως κοιμάμαι αργά, δε θα με ενοχλήσεις. Τον κλειδαρά τον πλήρωσα εγώ, μου τα δίνεις κάποια άλλη στιγμή γιατί σε βλέπω απασχολημένο.

 

Ντροπιασμένος και μπερδεμένος αποχαιρέτισε τον Γιάννη ευχαριστώντας τον για άλλη μια φορά για τη χθεσινή περιποίηση. Έκλεισε την πόρτα και προχώρησε ξανά προς την κουζίνα. Ο καφές ήταν πλέον επιτακτική ανάγκη. Δεν έκανε λάθος αυτή τη φορά ούτε και ξεχάστηκε. Ετοίμασε ένα μεγάλο φλιτζάνι και ξανακάθισε στο γραφείο του. Πήρε ένα κομμάτι χαρτί και ξεκίνησε να γράφει...

 

“Μερικές φορές θέλουμε να πιστέψουμε το λογικότερο, αυτό που είναι κοντά στη θέασή μας, έτσι ώστε αγνοούμε πολλά δεδομένα για να κατασκευάσουμε μια βολική υπόθεση. Όταν όμως τα δεδομένα είναι αλληλοεξαρτώμενα, η απόρριψη ενός οδηγεί και στην κατάρρευση της θεωρίας που στηρίζεται από το σύνολό τους. Μια νέα υπόθεση πρέπει τότε να διαμορφωθεί ώστε να περιλαμβάνει μόνο τα αληθή δεδομένα.”

 

Η λέξη “αληθή” δεν του καθόταν καλά, γιατί δεν μπορούσε να προσδιορίσει την αλήθεια. Εδώ παλεύουν τόσοι φιλόσοφοι εδώ και χιλιάδες χρόνια για την αλήθεια, και εγώ θα χρησιμοποιήσω έτσι αυθαίρετα τον όρο; Περί Αλήθειας λοιπόν, μήπως ήταν τυχαίο το γεγονός πως ξεκίνησε αυτό το βιβλίο;

 

Τίποτα δεν έμοιαζε τυχαίο εκείνη τη στιγμή. Όλα σαν να συνωμοτούσαν προς κάποιον σκοπό, που ακόμα δεν ήταν ξεκάθαρος στο μυαλό του. Βυθίστηκε στη μελέτη για άλλη μια φορά. Το περίεργο ήταν πως το βιβλίο ήταν στην απαγορευμένη λίστα, λες και ο στόχος του ήταν να χτυπήσει την “αλήθεια” όπως παρουσιαζόταν από τα επίσημα θρησκευτικά κείμενα. Και αυτός ο τίτλος... “κόσμοι”, προϋπέθετε τουλάχιστον δυο. Αλλά και πάλι, μπορεί να ήταν απλά μια θεολογική θεώρηση που να είχε να κάνει με τον υλικό και άυλο. Η περιέργειά του μεγάλωνε καθώς προχωρούσε με τη μελέτη του, αργά, προσπαθώντας να κατανοήσει τις λέξεις με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.

- Σε ενοχλώ; ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη του ακουστικού.

- Εε… όχι, δεν ενοχλείς, είπε ευγενικά.

- Ήσουν χάλια χθες όταν έφυγες από το μαγαζί.

- Μάλλον έχεις δίκιο… απάντησε, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν.

Μου έδωσε η Καίτη το τηλέφωνό σου…

 

 


Ένα παράξενο λουλούδι

 

Ο Μενέλαος έβαλε στον εαυτό του ένα διπλό ουίσκι σκέτο και απόμεινε να κοιτάει με βλέμμα χαμένο έξω από το παράθυρο.

 

Αρκετά με τους καφέδες για σήμερα! Η υπόθεση σηκώνει αλκοόλ!

Μίλησε τόσο ξαφνικά και απότομα που ακόμη και ο ίδιος παραξενεύτηκε. Μέσα στην απόλυτη ησυχία του διαμερίσματος η φωνή του αντήχησε σαν φωνή ξένου.

 

Πρέπει να έχω αρχίσει να τρελαίνομαι... Αυτό πρέπει να 'ναι... Ορίστε, τώρα μιλάω και στον εαυτό μου!

Ρούφηξε μια γουλιά ουίσκι τόσο αργά, σαν να κρινόταν από αυτή του την κίνηση η ψυχική και διανοητική του υγεία. Παραδόξως, το οινόπνευμα τον προσγείωσε τελείως στην πραγματικότητα και τον έκανε να νιώσει κάπως καλύτερα. Το τηλεφώνημα της Ελένης - έτσι έλεγαν την μελαχρινούλα από το μπαράκι - τον είχε ταράξει πολύ. Ίσως περισσότερο και από το παράξενο επεισόδιο της προηγούμενης νύχτας. Αυτό όμως που δεν τον άφηνε να ησυχάσει με τίποτα ήταν ένα ανεξήγητο, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα φυσικό μες στην παραδοξότητά του αίσθημα ότι τα δύο περιστατικά συνδέονταν. Όσο κι αν έσπαγε το κεφάλι του, δεν μπορούσε να εντοπίσει συνδετικά στοιχεία κι αυτό τον τρέλαινε ακόμη περισσότερο.

 

Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να ξαναπάει στο μπαράκι. Η Ελένη του είχε πει ότι θα ήταν εκεί. Δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να τη δει απόψε. «Ηρέμησε Μενέλαε! Ούτε που την ξέρεις καλά καλά. Μια φορά την είδες όλη κι όλη», μονολόγησε ρουφώντας άλλη μια χορταστική γουλιά από το ουίσκι του. Ένιωθε, ωστόσο, μπερδεμένος, γιατί είχε αυτή την επίμονη αίσθηση ότι δεν την είχε δει για πρώτη φορά στο συνοικιακό μπαράκι και ότι την ήξερε καλύτερα απ' ότι του υπαγόρευε η λογική του. Άλλωστε η λογική του ως εργαλείο προσέγγισης της αλήθειας τον είχε απογοητεύσει οικτρά τελευταία. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να βρει εναλλακτικές μεθόδους για να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Ίσως το βιβλίο που μελετούσε να τον βοηθούσε.

Χωρίς καν να το καταλάβει, είχε κατευθυνθεί προς το γραφείο του και ήδη ξεφύλλιζε την “απαγορευμένη” πραγματεία με τον αμφιλεγόμενο τίτλο. Έπρεπε οπωσδήποτε να βγάλει την Ελένη από το μυαλό του. Είχε συνηθίσει να κάνει επιφανειακές σχέσεις που είχαν πάντα ημερομηνία λήξης. Φρόντιζε να αποχωρεί εγκαίρως, πότε με τακτ και πότε όχι, πριν γίνουν αντιληπτές οι “παραξενιές” του. Ξεγελούσε έτσι τον εαυτό του ότι κατάφερνε να ισορροπεί όλες τις ανάγκες του, πνευματικές, σωματικές και συναισθηματικές. Μετά τα οδυνηρά εκείνα χρόνια του σχολείου, όπου οι προσβολές και οι κοροϊδίες έδιναν κι έπαιρναν και τα κορίτσια τον κοιτούσαν με μισό μάτι, είχε αποφασίσει να μην αποκαλύψει σε άλλον άνθρωπο τις αλλόκοτες ιδέες και τις εκπληκτικές σκέψεις που άνθιζαν σαν παράξενα λουλούδια στο μυαλό του. Κατέγραφε όμως τα πάντα. Ένα τμήμα της βιβλιοθήκης του ήταν γεμάτο σημειωματάρια, όπου σημείωνε λέξεις, σκέψεις, ακόμη και τα λιγοστά όνειρα που έβλεπε κατά καιρούς. Αυτή ήταν η μικρή παράξενη συλλογή του, η μικρή παράξενη ζωή του. Κι όμως αισθανόταν ότι αυτό που του συνέβαινε τώρα ήταν κάτι μεγαλύτερο. Κάτι πέρα από την κατανόησή του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε έτσι. Σ' αυτή την άξαφνη συνειδητοποίηση, σταμάτησε το ασυναίσθητο ξεφύλλισμα του βιβλίου και αφού το βλέμμα του χάθηκε για λίγο στις κεχριμπαρένιες ανταύγειες του ποτού, κατέβασε μονοκοπανιά όσο ουίσκι είχε απομείνει στο ποτήρι του. Καθώς αναλογιζόταν τα μπερδεμένα συναισθήματά του, οι αναμνήσεις τον χτύπησαν σαν ηχηρό χαστούκι. Θυμήθηκε πως όταν ήταν μικρός έβλεπε πολλά όνειρα. Με τρεμάμενα χέρια έβαλε άλλο ένα ουίσκι κι άρχισε να στρίβει τσιγάρο. Η μηχανική κίνηση τον βοήθησε να συνέλθει λίγο, αλλά ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Θυμήθηκε πως μέσα στα όνειρά του ταξίδευε σε άλλους κόσμους, πότε όμορφους πέρα από κάθε φαντασία και πότε ανατριχιαστικά τρομακτικούς.

 

Θυμήθηκε πανέμορφα ηλιοβασιλέματα δίδυμων ήλιων που είχε δει σε κόσμους τόσο όμοιους κι όμως τόσο διαφορετικούς από τη δική μας γνώριμη Γη. Θυμήθηκε υγρές και δυσώδεις υπόγειες στοές, σκοτεινές σαν την αφέγγαρη νύχτα, που έστελναν στη ραχοκοκαλιά του τα πιο αληθινά κύματα ανατριχίλας που είχε αισθανθεί ποτέ του. Θυμήθηκε, τέλος, σπίτια που είχε ζήσει και δρόμους που είχε περπατήσει σε μια ονειρική Αθήνα κάπως διαφορετική και, ωστόσο, το ίδιο οικεία με την Αθήνα στην οποία ανέπνεε και σκεφτόταν αυτή τη στιγμή. Ποιος μπορούσε να του επιβεβαιώσει ποιες αναμνήσεις του ήταν πιο αληθινές; Ό,τι θυμόταν από την μονότονη ζωή του δεν μπορούσε να συγκριθεί στο ελάχιστο με τη ζωντάνια των εικόνων που τον κατέκλυζαν αυτή τη στιγμή. Ο Μενέλαος στριφογύρισε το ποτήρι στο χέρι του κι άναψε ξανά το τσιγάρο του που είχε σβήσει. Τα λιγοστά όνειρα που έβλεπε τα τελευταία είκοσι χρόνια του φαινόταν ξαφνικά σαν ανούσιες και άχρωμες σκιές των ονείρων των παιδικών του χρόνων.

 

Μα γιατί σταμάτησα να βλέπω τέτοια όνειρα; Και πότε; Γιατί δεν τα έχω καταγράψει σε κανένα σημειωματάριο;

 

Έσβησε βιαστικά το τσιγάρο, ήπιε μονορούφι και το υπόλοιπο ουίσκι, λες και αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει τη μνήμη του και κινήθηκε αποφασιστικά προς τα ράφια εκείνα της βιβλιοθήκης του που φιλοξενούσαν τις σκέψεις του σε μουντά, χαρτόδετα σημειωματάρια. Τράβηξε τυχαία ένα σημειωματάριο και καθώς το ξεφύλλιζε, ένιωσε κάτι ελαφρύ σαν φτερό να πέφτει στο πάτωμα. Έσκυψε να δει τι ήταν και καθώς μάζεψε το μικροσκοπικό αντικείμενο, ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Ένας δεύτερος και πιο δυνατός χείμαρρος αναμνήσεων τον κατέκλυσε και τον συγκλόνισε ως τα τρίσβαθα της ύπαρξής του. Αισθανόταν σαν να είχε σπάσει ένα φράγμα μέσα στο μυαλό του...Ένα φράγμα που τον εμπόδιζε να έρθει σε επαφή με κάποιες μυστικές - ακόμη και για τον ίδιο - πτυχές του εαυτού του. Η απαγορευμένη πραγματεία που αναφερόταν σε περισσότερους κόσμους, το σπίτι του που σε κάποια άλλη πραγματικότητα - ονειρική ή όχι δεν είχε σημασία - κατοικούνταν από έναν φιλήσυχο ηλικιωμένο, η μελαχρινή οπτασία που στοίχειωνε τα όνειρά του, η Ελένη, όλα έμοιαζαν να είχαν συντελέσει με έναν τρόπο μαγικό στην αφύπνιση ενός κομματιού του εαυτού του που είχε θάψει βαθιά μέσα του πολύ καιρό πριν.

 

Τώρα θυμάμαι...Τώρα πραγματικά θυμάμαι...

Η εικόνα άστραψε στο μυαλό του καθαρή σαν κρύσταλλο. Σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και βάλθηκε να τρίβει με μανία τους κροτάφους του. Ένιωθε το μυαλό του να μουδιάζει. Είχε θυμηθεί ποιο ήταν το τελευταίο ζωντανό όνειρο που είχε δει. Ήταν σχεδόν 11 χρονών, όταν είδε αυτό το όνειρο. Τότε ζούσε με τους γονείς του στη Φλώρινα. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και η ζωή τους αναγκαστικά νομαδική. Ίσως γι' αυτό να ένιωθε ότι δεν ανήκε πουθενά Θυμόταν ότι ήταν χειμώνας, λίγο πριν τα Χριστούγεννα και είχε αποκοιμηθεί κουκουλωμένος με το ζεστό του πάπλωμα κοιτάζοντας από το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε πυκνό. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα καταπράσινο ξέφωτο σπαρμένο με αγριολούλουδα. Σηκώθηκε όρθιος και κοιτάζοντας γύρω του, ανέπνευσε το γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι. Ήταν τόσο αληθινό! Μπροστά του απλωνόταν ένα σκιερό δασάκι που το διαπερνούσε ένα ξεχασμένο, χορταριασμένο μονοπάτι. Είχε αποφασίσει να το ακολουθήσει, ώσπου πρόσεξε μία κίνηση στα φυλλώματα της πλούσιας βλάστησης που τον περιτριγύριζε. Οπλισμένος μ' αυτό το παράξενο θάρρος που έχουμε συνήθως στα όνειρα, πλησίασε περισσότερο. Τότε, εντελώς απρόσμενα, ένα μελαχρινό κορίτσι κοντά στη δική του ηλικία ξεπρόβαλε χαμογελαστό και απλώνοντας το ντελικάτο χέρι του έβγαλε από τα εβένινα μαλλιά που κυμάτιζαν στους ώμους του ένα κατακόκκινο λουλούδι και του το πρόσφερε. «Να με θυμάσαι...», ψέλλισε. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν, ήταν ότι άνοιξε τα μάτια του και βρισκόταν στην ασφάλεια του δωματίου του με το χιόνι να πέφτει ακόμη. Η μόνη διαφορά ήταν ότι στο αριστερό του χέρι αναπαυόταν ένα κατακόκκινο, ολόδροσο λουλούδι. Και ήταν το ίδιο λουλούδι που αναπαυόταν τώρα νεκρό στο χέρι του μετά από τόσα χρόνια. Από τότε τα όνειρά του ήταν λίγα και άχρωμα... Στεγνά, όσο και αυτό το λείψανο του παρελθόντος που είχε ξεχάσει.

 

Το μόνο που ήθελα ήταν μια φυσιολογική ζωή...Τίποτα περισσότερο...

 

Ο Μενέλαος σηκώθηκε τρεκλίζοντας από την πολυθρόνα και άδραξε με δάχτυλα που έτρεμαν, το μπουκάλι με το ουίσκι. Αυτό τον βοηθούσε να διατηρεί την ψυχική του ισορροπία τόσα χρόνια, αυτό θα τον βοηθούσε και τώρα. Ή έτσι νόμιζε. Δεν τον πολυένοιαζε. Το μόνο που ήθελε ήταν να απαλλαγεί από τον βαθύ τρόμο που του έκαιγε τα σωθικά, τον τρόμο της συνειδητοποίησης ότι αν όντως υπήρχαν περισσότεροι του ενός κόσμοι, τότε αυτός σίγουρα τους είχε επισκεφθεί. Διαφορετικά θα έπρεπε να αποδεχτεί ότι ήταν τρελός και ότι η κατάστασή του μάλιστα επιδεινωνόταν. Σε ποιον θα μπορούσε να μιλήσει γι' αυτές του τις εμπειρίες; Και γιατί ένιωθε ότι η Ελένη έπαιζε κάποιο σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή την ιστορία; Αφού κατέβασε στο λαρύγγι του που είχε ξεραθεί από το σοκ, αρκετό αλκοόλ, ώστε να ανακτήσει λίγο από τον κατακερματισμένο αυτοέλεγχό του, αποφάσισε ότι έπρεπε να τη δει και να της μιλήσει. Δεν είχε ιδέα τι θα της έλεγε, αλλά κάτι μέσα του έλεγε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Θα πήγαινε στο μπαράκι και θα αντιμετώπιζε κατάματα όποιο πεπρωμένο ξανοιγόταν μπροστά του. Θα έπαιρνε τη ζωή του στα χέρια του και θα ακολουθούσε τον μυστηριώδη μίτο των τελευταίων γεγονότων ως το τέλος του λαβυρίνθου. Ή θα έβγαινε νικητής ή θα έχανε τα πάντα, κι αυτό ήταν ένα ρίσκο που ήταν πρόθυμος να πάρει, μια και πέρα από τον εαυτό του που ακροβατούσε μεταξύ τρέλας και λογικής, δεν είχε τίποτα να χάσει.

 

Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει να χάσει τίποτα...

Άρπαξε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την πόρτα. Την έκλεισε με θόρυβο πίσω του και κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα. Πίσω στο σκοτεινό διαμέρισμά του, πάνω στο γραφείο του και δίπλα σ' ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι, κειτόταν ένα παράξενο καφετί λείψανο που κάποτε ήταν ένα κατακόκκινο, ολόδροσο λουλούδι...

 

 


Interna Corporis

 

Είχε περάσει ένας μήνας από τότε κι ο Δεκέμβρης είχε μπει για τα καλά. Η συνάντηση με την Ελένη δεν του έδωσε περισσότερες πληροφορίες, παρόλα αυτά η σχέση τους προχώρησε και εξελίχθηκε σε κάτι όμορφο κι ελπιδοφόρο. Η αίσθηση όμως, που είχε για τη σπουδαιότητα των όσων ζούσε ήταν δυνατότερη των στοιχείων που διέθετε. Εκείνη τη βραδιά, και αφού επέστρεψε στο σπίτι χωρίς ούτε κι ο ίδιος να θυμάται πως, ή αν γύρισε μόνος ή με παρέα, ήταν η τελευταία φορά που το αλκοόλ έβρεξε τα σωθικά του.

 

Η ανάγκη να ξεδιαλύνει τα όσα ζούσε, να πιαστεί από μιαν αλήθεια, όσο το δυνατόν ανεπηρέαστη από ουσίες, ήταν πια επιτακτική. Οι γιορτές πλησίαζαν και τα πάντα ήταν στολισμένα. Ο Μενέλαος είχε αλλάξει συνήθειες και γύριζε σιγά σιγά στον παλιό καλό εαυτό, ότι κι αν σήμαινε αυτό. Οι πρωινές βόλτες άρχισαν σιγά σιγά να πληθαίνουν και ξεκίνησε να γράφει ένα νέο σημειωματάριο, μετά από καιρό. Περιδιαβαίνοντας τη γιορτινή Αθήνα του άρεσε να κάθεται σε καφετέριες με πολύ κόσμο. Με κάποιο τρόπο αυτό τον βοηθούσε να επεξεργάζεται τις σκέψεις του και δε σταματούσε να γράφει παρά μόνο όταν η ώρα της αποχώρησης τον οδηγούσε στην έξοδο.

«Τελικά, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που πραγματικά είσαι», σκέφτηκε καθώς περπατούσε, «…κι αυτό που είσαι σε στοιχειώνει όταν προσπαθείς να το αποφύγεις…Όσο τρέχεις να σωθείς απ’ αυτό, τόσο εκείνο σε κυνηγά και ολοένα γιγαντώνεται, μέχρι να σε κατακτήσει. Α, μάταια, τρέχεις Μενέλαε, μάταια. Καιρός ν’ αποδεχτείς αυτό που είσαι… Αλήθεια, τι είσαι; Ποιος είσαι;» ένας αναστεναγμός βγήκε ζεστός στον κρύο αέρα.

 

Τέτοιες σκέψεις του έκαναν πολύ συχνά επίσκεψη μεσ’ την ημέρα. Κι όσο δεν τον ένοιαζε πια αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη κοινωνικότητα και τις ενασχολήσεις του, τόσο κλονιζόταν ο λόγος ύπαρξης αυτής της ζυγαριάς. Ήταν αποφασισμένος. Αν η εξαφάνισή της ήταν το τίμημα για να βρει τις απαντήσεις που γύρευε, ήταν πανέτοιμος να το πληρώσει. Αντίθετα μάλιστα, απ’ ότι περίμενε, η ισορροπία με τον εαυτό του μέρα με τη μέρα προόδευε και μετά από χρόνια αισθανόταν καλά. Το είχε ξεχάσει αυτό μέσα στον πάτο του ουίσκι, τη θολούρα των μπαρ που σύχναζε και τις γυναίκες που ρούφαγε τους χυμούς τους κι ύστερα πλάγιαζε σε μια πραγματικότητα που ήταν και δεν ήταν, χαμένος στο μεταξύ και το περίπου, σα ναυάγιο καταδικασμένο ν’ ασφυκτιά στο σκοτεινό βυθό της ύπαρξής του. Αυτό που όριζε μέχρι τώρα ως φυσιολογική ζωή είχε πάρει άλλη σημασία πια.

 

«Τι είναι φυσιολογικό και πως ορίζεται; Ποια η κλίμακα και ποια τα κριτήριά του; Τι γυρεύουμε από αυτό;», σταμάτησε σε μια γωνιά του δρόμου και με το πόδι του πάνω σ’ ένα παγκάκι συνέχισε να σημειώνει απορροφημένος στο σημειωματάριο του, «Όλες οι ανασφάλειες μας κι όλη μας η ανάγκη για να ανήκουμε και να είμαστε αποδεκτοί χωρούν μέσα στη βόλεψη του φυσιολογικού. Ναι, είναι τόσο βολικό και απαραίτητο να πιστεύουμε πως διαθέτουμε μια «φυσιολογική» ζωή…κι όμως, είμαστε τόσο μακριά από αυτό. Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μοναχικά πλοία που βολοδέρνουμε στην ύπαρξή μας. Μικρόκοσμοι που νομίζουν πως ο αέρας π’ αναπνέουν είναι κι ο μοναδικός που υπάρχει, ο μόνος αληθινός, ο μόνος φυσιολογικός. Και που ψάχνουν απεγνωσμένα τη φυσιολογικότητά τους στην αποδοχή των πολλών, της κοινωνίας ή μιας ομάδας της, και στις ταιριαστές με αυτή την ομάδα συμπεριφορές και αντιλήψεις. Πορείες πλανεμένες, αποπροσανατολισμένες, μπερδεμένες, συγχυσμένες, εγκλωβισμένες και καπετάνιοι που πέφτουν θύματα από Panem et circenses (άρτο και θεάματα) σε τέτοιο βαθμό που δεν είναι πια σε θέση ν’ ασχοληθούν με ουσιαστικά προβλήματα που ταλανίζουν την -κατά τα άλλα- «φυσιολογική» πραγματικότητα στην οποία νομίζουν πως ζουν. Όπως συνέβαινε στην πρώιμη βυζαντινή εποχή, αλλά και την δυτική αυτοκρατορία όπου όταν βρισκόταν σε παρακμή, ο αυτοκράτορας προσέφερε στον λαό σιτάρι (ψωμί) και θεάματα στον ιππόδρομο με σκοπό να τους κάνει να αποσπαστούν από τα μεγαλύτερα προβλήματα της κοινωνίας. Η ιστορία έχει ένα τρόπο να επαναλαμβάνεται…κι είναι σημαντικό μάθημα να μπορεί κανείς ν’ ανακαλύπτει τον τρόπο αυτό»

 

Οι οιωνοί ήταν πια αρκετοί για να πεισθεί ότι κάτι συμβαίνει. Απ΄ όσο θυμάται τον εαυτό του έκανε αλλόκοτες σκέψεις, είχε παράξενα οράματα και μια πεποίθηση πως ο κόσμος είτε δεν είναι αυτός που δείχνει, είτε δεν είναι μονάχα ένας. Το σίγουρο όμως, δεν είναι αυτός που νομίζουμε.

 

«Omen accipio (δέχομαι τον οιωνό)» είχε γράψει με μεγάλα γράμματα, σα να ήθελε ν’ αποκτήσει φωνή η ίδια του η πρόθεση… Και παρακάτω, «Η αλήθεια είναι πως τείνω να καταλήξω στο συμπέρασμα πως…δεν υπάρχει αλήθεια…Για ποιαν αλήθεια να μιλήσω; Για τη δική μου; Του άλλου; Του Θεού; Κι αν η αλήθεια είναι αντίθετη με το Θεό θα έπαυε να ήταν άραγε αλήθεια;».

 

Το γραφείο του είχε γίνει το μικρό του βασίλειο. Και παρά το γεγονός ότι έκοψε το πιοτό, το τσιγάρο ήταν μια από τις συνήθειες που δεν είχε σκεφτεί αν ήθελε ή δε μπορούσε να κόψει. Άλλωστε ήταν μια συντροφιά, που άλλοτε γινόταν η ερωμένη στιγμή που πλάνευε το βλέμμα στο κενό κι άλλοτε μεταμορφωνόταν σε μια πίστωση χρόνου ανάμεσα στις σκέψεις και τη μετάφραση.

 

Αυτό το βιβλίο μιλούσε για την αλήθεια του Θεού και των κόσμων…

«Άραγε υπάρχει nuda verita (γυμνή αλήθεια); Αν υπάρχει, σίγουρα είναι το ίδιο προκλητική, όσο και μια γυμνή όμορφη γυναίκα που σε κοιτά ίσια στα μάτια…», σκέφτηκε κι αμέσως άνοιξε το σημειωματάριο του. Κι άξαφνα βροχή από ασύνδετες σκέψεις τον έκαναν ν’ αναριγήσει καθώς βρίσκονταν κοντά στο συνδετικό τους κρίκο…

 

Ποια ήταν η αλήθεια για εκείνο το γέρο που ήταν στο διαμέρισμά του τότε; Και ποια ήταν η αλήθεια για εκείνο το κορίτσι που του χάρισε το τριαντάφυλλο μια άνοιξη μεσ’ το καταχείμωνο; Και γιατί; Τι ήθελε να του πει στη τόσο σύντομη και στιγμιαία γνωριμία τους; Ποια αλήθεια μαρτυρούσαν τα ηλιοβασιλέματα των δίδυμων ήλιων κι οι σκοτεινές νύχτες σε ανείπωτες πραγματικότητες;

 

Ακούμπησε το στυλό στο γραφείο, και περπάτησε αργά μέχρι το παράθυρο. Το είδωλό του καθρεπτίστηκε στο τζάμι και για μια στιγμή μπροστά του είχε την εικόνα του ως παιδί…όπως τότε…Με τα δάχτυλά του έτριψε τα κουρασμένα μάτια του σε μια προσπάθεια ν’ αποδιώξει την παράλογη εικόνα κι όντως στη θέση του τώρα υπήρχε ένας άντρας ψηλός, μελαχρινός, με κοντά μαλλιά, γύρω στα 35, με μάτια βασιλεμένα από τη κούραση. Ναι, ήταν ο εαυτός του…και πλησιάζοντας αναρωτήθηκε «Γιατί έχω μια τόσο παράξενη ζωή;»

Επέστρεψε πάλι στο γραφείο και καθώς καθόταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στο ρολόι που είχε απέναντί του. Ήταν δώδεκα τα μεσάνυχτα. «Είναι αργά» σκέφτηκε κι έκλεισε το βιβλίο, αφού σημείωσε τη σελίδα που βρισκόταν η μελέτη του. Πήρε βαθιά ανάσα κι έκανε μια γρήγορη ανασκόπηση στο σπάνιο αυτό έργο, ξεφυλλίζοντας το με τον αντίχειρα απ’ το τέλος προς την αρχή, αφήνοντας τα φύλλα να τρέχουν γρήγορα. Ο αέρας που έβγαινε από τη ταχύτητα τους ανασήκωσε ελαφρά σαν πνοή το τριαντάφυλλο που βρισκόταν στο γραφείο, από εκείνη τη νύχτα. Ανατρίχιασε. Δεν είχε τολμήσει να το πειράξει από τη θέση του. Το είχε αφήσει εκεί σα να ήθελε να τον συντροφεύει η παρουσία του, απαλά και προσεκτικά ακουμπισμένο σ’ ένα βελούδινο ξέσκεπο κουτί. Η γεμάτη χάρη κίνηση των δακτύλων στο ξάφνιασμά τους έκανε το βιβλίο να τιναχτεί και ν’ ανοίξει σε μια από τις πρώτες σελίδα του. Δεν άργησε να παρατηρήσει κάτι που για πρώτη φορά έπεφτε στη προσοχή του. Το βιβλίο αυτό είχε μια αφιέρωση: “Στο Μενέλαο” κι από κάτω υπήρχαν κάποιες σκόρπιες φράσεις στα Λατινικά.

 

«Τι είναι πάλι αυτό;» αναρωτήθηκε, «Τι παράξενο παιγνίδι…να είναι άραγε τυχαίο;». Η έξαψή του δεν μπορούσε να του επιτρέψει να εγκαταλείψει το βιβλίο. Άρχισε να το επεξεργάζεται όπως ποτέ μέχρι τώρα. Είχε ασχοληθεί τόσο με το περιεχόμενο και τη μετάφραση του, που τα υπόλοιπα πέρασαν απαρατήρητα. Το έκλεισε, το χάιδεψε, το μύρισε. Είχε δερμάτινο χειροποίητο χοντρό εξώφυλλο, από καφέ σκούρο δέρμα, που όμως η υφή του ήταν απαλή. Μύριζε χρονισμένο δέρμα κι είχε μια νοσταλγική μυρωδιά καμένου ξύλου και πολυκαιρισμού. Στη πλατιά του ράχη είχε μονάχα δυο γράμματα «IC» που υπέθεσε πως προφανώς ήταν τα αρχικά του ονόματος του συγγραφέα. Κάτω από τα αρχικά έτρεχαν σ’ όλο το πλάτος του βιβλίου, μπρος και πίσω, δύο ανοιχτόχρωμες ανάγλυφες γραμμές σε απόσταση δύο περίπου δακτύλων η μία από την άλλη. Το κράτησε ως πληροφορία και συνέχισε να το εξετάζει. Στο εξώφυλλο και ανάμεσα στις ανάγλυφες γραμμές έγραφε το τίτλο «Περί αλήθειας του Θεού και των Κόσμων». Αυτό τον παραξένεψε και βάλθηκε να ψάχνει προσεκτικά με τα δάχτυλά του χαϊδεύοντας ολόκληρο το σώμα του βιβλίου μήπως κάτι του είχε ξεφύγει. Τίποτα. Άνοιξε προσεκτικά στις πρώτες σελίδες. Τη προσοχή και περιέργειά του κέρδισαν μερικά λόγια στα λατινικά κάτω από την αφιέρωση. Λόγια σπαρμένα σε σειρά με μια παράξενη σύνδεση νοημάτων μεταξύ τους που μόνο ο συγγραφέας του βιβλίου ήταν σε θέση να γνωρίζει. Αυτό ήταν αξιοπερίεργο κι όχι μόνο για την εποχή εκείνη που χρονολογείται το βιβλίο.

«Quod me nutrit me destruit

Necessitas non habet legem

Non omnis moriar

Magna vis veritatis queae facile se per se ipsa defendat»

«Χμ…διάφορα γνωμικά, γνωστά και άγνωστα από λατινικά διαφορετικών περιόδων…χμ…», διαπίστωσε ο Μενέλαος, «…αλλά έτσι γραμμένα κάτω από την αφιέρωση…είναι σα να απευθύνεται σ’ αυτό το Μενέλαο…χμ…σαν κάτι να θέλει να του πει…περίεργο…» παρατήρησε και σκεπτικός άρχισε τη μετάφρασή τους.

 

Το πρώτο γνωμικό, αγνώστου συγγραφέα, σημαίνει «Αυτό που με θρέφει με καταστρέφει»

 

Το δεύτερο, επίσης άγνωστου συγγραφέα, σημαίνει «Η αναγκαιότητα δε γνωρίζει νόμους»

 

Το τρίτο γνωμικό είναι φράση παρμένη από την ωδή του ρωμαίου ποιητή Κόιντου Οράτιου Φλάκκου (65 π.Χ.-8 μ.Χ) με τίτλο Carmina. Ποιητή επηρεασμένο από τους Έλληνες λυρικούς ποιητές όπου στις ωδές του ψάλλει τον έρωτα και τις απολαύσεις της ζωής, την ήσυχη ζωή και την ηρεμία της ψυχής. Θεωρεί τα δυνατά πάθη σαν αιτία της ανθρώπινης δυστυχίας.

 

«Θεωρεί τα δυνατά πάθη σαν αιτία ανθρώπινης δυστυχίας…Κάιντος Οράτιος…έζησε μέχρι το 8μ.Χ…χμ…» μονολόγησε και συνέχισε «…μα ναι, πρόκειται για Κλασική Λατινική γλώσσα…χμ…και όχι για Μεσαιωνική Λατινική που θα έπρεπε να είναι γραμμένο, αφού η πρώτη ίσχυσε από το 75π.Χ. μέχρι τον 1ο αιώνα και η δεύτερη από τον 9ο μέχρι τον 15ο αιώνα» σημείωσε αρκετά προβληματισμένος.

«Θα μπορούσε να γράψει το ίδιο γνωμικό στη Λατινική της εποχής του…όμως γιατί δεν το επέλεξε άραγε;» το γύριζε ξανά και ξανά στο μυαλό του χωρίς να βγάζει συμπέρασμα.

 

Το τελευταίο γνωμικό ήταν επίσης άγνωστου συγγραφέα, και σημαίνει «Μεγάλη η δύναμη της αλήθειας και εύκολα μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό της με τη δύναμή της»… Στο σημείο αυτό η καρδιά του έκανε αισθητή την ύπαρξή της στο στέρνο του, χωρίς ούτε και ο ίδιος να γνωρίζει γιατί.

 

«Μα επιτέλους που θέλει να καταλήξει μ’ όλα αυτά ο συγγραφέας, γιατί τα λέει και τι θέλει να πει σ’ αυτόν το άνθρωπο…και ποιος είναι επιτέλους ο Μενέλαος του χειρόγραφου; Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία αναφορά στο πρόσωπο αυτό…», αναρωτήθηκε ελπίζοντας πως κάπου στη πορεία θα μπορούσε να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν μέσα από το περιεχόμενο του βιβλίου.

 

Όλα αυτά του είχαν κινήσει έντονα το ενδιαφέρον και προσπαθούσε να μαζέψει σκέψεις και προβληματισμούς κοιτάζοντας τις σημειώσεις του και προτρέποντας τον εαυτό του να ελέγξει την έξαψή του.

 

Μπροστά του λοιπόν, είχε ένα σπάνιο χειρόγραφο βιβλίο, άγνωστου συγγραφέα, με σκληρό δερμάτινο εξώφυλλο, όπου ήταν αφιερωμένο σ’ ένα συνονόματο του και από κάτω από την αφιέρωση είχε τέσσερα λατινικά γνωμικά, όπου το ένα, το μόνο γνωστού συγγραφέα, ήταν γραμμένο σε Κλασική Λατινική, ένα είδος λατινικών που δεν συμβάδιζε με τα λατινικά του 11ου αιώνα, δηλαδή των Μεσαιωνικών Λατινικών.

 

Κάτι όμως, δεν του ταίριαζε. Ξαναέκλεισε το βιβλίο και το περιεργάστηκε με προσοχή όπως αρμόζει σ’ ένα αντικείμενο σπάνιας αξίας. Το άφησε κάτω και κατευθύνθηκε στη βιβλιοθήκη του για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του.

 

Το βιβλίο χρονολογείται πως είναι του 11ου - 12ου αιώνα, δηλαδή ότι γράφτηκε κατά την περίοδο του Μεσαίωνα (476μ.Χ.-1453μ.Χ.) που διήρκησε περίπου 1000 χρόνια. Σύμφωνα με την ιστορία της τυπογραφίας επιβεβαιώνεται η χρονολόγηση του καθώς η χρήση του χοντρού δερμάτινου εξώφυλλου σε πολυσέλιδους χειροποίητους τόμους, το επαρκές πλάτος της ράχης, καθώς και η αρίθμηση ή αναγραφή κάποιας στοιχειώδους πληροφορίας με οριζόντια γραφή σε σχέση με το σώμα που τοποθετείται κάθετα στο ράφι, είναι χαρακτηριστικό των βιβλίων που γράφτηκαν κατά τη περίοδο του μέσου και ύστερου Μεσαίωνα. Από τον 4ο αιώνα γενικεύεται η χρήση της περγαμηνής, αφού η χρήση του πάπυρου τείνει να εξαφανιστεί και το χαρτί αρχίζει να διαδίδεται από τα μέσα του 11ου με 12ο αιώνα, μέσω του χαρτοποιείου της Βαγδάτης, παρόλο που ήταν γνωστό στους Κινέζους απ’ τα αρχαία χρόνια.

Πριν το 15ο μ.Χ. αιώνα τα βιβλία που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη ήταν χειρόγραφα ή τυπωμένα σε ξυλογραφίες. Η τελευταία όμως, αφορούσε μια τεχνική που ασκήθηκε για εικονογραφήσεις των βιβλίων. Στην περίοδο που μιλάμε υπήρχαν χειρόγραφα συγγράμματα σε ελάχιστα αντίτυπα.

«Όμως, ολόκληρος τίτλος τυπωμένος στο εξώφυλλο; Οι πλήρης τίτλοι έκαναν την εμφάνισή τους πολύ αργότερα στο εξώφυλλο…μέχρι το 1453μ.Χ. υπήρχαν μόνο ενδείξεις που είχαν βιβλιοθηκονομική αξία» είπε και συνέχισε την έρευνα «κι αυτές οι δύο ανάγλυφες γραμμές, περισσή τέχνη για την εποχή, δε θυμάμαι παρόμοια τεχνική σε εξώφυλλο χειρόγραφου τέτοιας χρονολογίας…»

 

Σώπασε. Είχε κουραστεί. Τα μελίγγια του τον έσφιγγαν. Επέστρεψε στο γραφείο αποφασισμένος ν’ αφήσει για την επόμενη μέρα τα υπόλοιπα. Στηριγμένος στα δυο του χέρια, έπεσε με βάρος στη καρέκλα του κι ένας βαρύς αναστεναγμός βγήκε από μέσα του. Η μετάφραση βάδιζε προς το τέλος και ο Μενέλαος έκανε μια χαλαρή και δίχως σκέψη κίνηση να κοιτάξει τις τελευταίες σελίδες σε μια προσπάθεια να ξεχαστεί. Βρήκε το τέλος του χειρόγραφου. Πρώτη φορά το έκανε αυτό σε βιβλίο. Να κοιτάξει το τέλος.

«Μα τι διάολο!» αναφώνησε δυνατά! Είχε σαστίσει! «Μια επιστολή στο Μενέλαο τυπωμένη…σαν…σαν... αδύνατον!!», του ήρθε ζάλη, «σαν από εκτυπωτή;!;»

Δε μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Αυτό ήταν κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει εκεί! Ακόμη κι αν είχε κάνει λάθος εκτίμηση για τη περίπτωση του εκτυπωτή δεν μπορεί να υπάρχει τυπωμένο σε χαρτί κείμενο σε βιβλίο του 11ου αιώνα! Το πρώτο βιβλίο εκδόθηκε το 1456 στη Μαγεντία από τον εφευρέτη της τυπογραφίας τον Γερμανό χρυσοχόο Johan Gennsfleisch zum Gutenberg και ήταν μια Βίβλος τυπωμένη σε σελίδες των 42 γραμμών (στίχων) χωρίς αρίθμηση ή τίτλο και τα βιβλία που εκδόθηκαν μέχρι τον Ιανουάριο του 1501 ήταν αρχέτυπα επηρεασμένα από την παράδοση των χειρόγραφων.

«Άρα, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο…δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο!» αναφώνησε και πετάχτηκε πάνω τρίβοντας με τις παλάμες το πρόσωπό του, ενώ ένα μυρμήγκιασμα διαπέρασε το κεφάλι του.

«Ψυχραιμία Μενέλαε, ψυχραιμία…άλλη μια πρόκληση για σένα» είπε με το νου του. Τώρα πια ήταν σίγουρος. Δεν έφταιγε το ποτό. Δεν είχε πιει ούτε σταγόνα εδώ και καιρό. Κι ενώ είχε την ανάγκη του αυτή τη στιγμή, η ανάγκη του αναπάντητου «γιατί» ήταν δυνατότερη όλων. Τίποτε δε θα τον έκανε να φύγει απ’ το γραφείο του. Κάθισε ξανά στη καρέκλα του, έτοιμος να κάνει τη μετάφραση της επιστολής «προς το Μενέλαο», με μιαν υπερένταση τέτοια που τον έκανε να ξεχάσει και κούραση και σάστισμα και όλα.

 

«Ποιος είναι αυτός ο Μενέλαος επιτέλους ρε γαμώτο!» αναφώνησε και ξεκίνησε.

 

«Επιστολή προς το Μενέλαο

Αγαπητέ Μενέλαε,

Η δύναμη της αλήθειας είναι μεγάλη και εύκολα μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της με τη δύναμή της. Και η αλήθεια, έχεις δίκιο, όταν είναι γυμνή είναι σκέτη πρόκληση, όπως η Ελένη που γυμνή σε κοιτά με μισάνοιχτα χείλη μέσα στα μάτια, σα να θέλει να κοιτάξει μέσα σου.

Αναρωτήθηκες ξανά και ξανά τι είσαι και ποιος είσαι. Έτρεχες πάντα να σωθείς και να καλύψεις αυτό που πραγματικά ήσουν, για να μη το καταλάβουν οι άλλοι, για να μη το καταλάβεις κι εσύ. Έτσι ακριβώς όπως έκανα κι εγώ. Αναζήτησα το «φυσιολογικό»…άραγε τι βρήκαμε σε αυτό Μενέλαε; Τίποτε. Μέσα σ’ αυτό χάσαμε λίγο αυτό που είμαστε. Δημιουργήσαμε ένα χαμένο χρόνο παραπαίοντας και τρεκλίζοντας σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που δεν είμαστε.

Omnis una manet nox (η ίδια νύχτα μας περιμένει όλους), Μενέλαε…κι εσένα, κι εμένα. Le temps mutrit tout (ο χρόνος θρέφει τα πάντα) και ο χρόνος μπορεί να υπάρχει άπειρος για σένα Μενέλαε. Ναι, άπειρος, ατελείωτος, αν το θελήσεις.»

 

Ο Μενέλαος δεν ήξερε αν αυτό που ζούσε ήταν αλήθεια ή ψέματα. Δε πίστευε στα μάτια του. Η επιστολή αυτή απευθυνόταν στον ίδιο! Η ανάσα του είχε γίνει βαριά και το μυαλό του ήταν σε μια γουλιά ουίσκι που του φώναζε απ’ το μπουκάλι λίγα βήματα πιο δίπλα.

 

«Η καρδιά σου πάει να σπάσει Μενέλαε, σε καταλαβαίνω, το ίδιο ένιωσα κι εγώ όταν βρέθηκα στη θέση σου κάποτε. Το μυαλό σου είναι στο ουίσκι, σωστά;»

Νόμιζε ότι κάποιος του έκανε πλάκα. Κοίταξε ολόγυρα με κατασκοπευτικό μάτι σα να πίστευε πως κάποιος ή κάτι τον παρακολουθούσε. Μάταια όμως.

 

«Μάταια ψάχνεις Μενέλαε, δεν σε κατασκοπεύει κανείς και κανείς δε σου κάνει πλάκα. Έχε ψυχραιμία αγόρι μου, αναζητούσες την αλήθεια τόσα χρόνια. Άλλωστε γιατί έχεις στη κατοχή σου αυτό το βιβλίο;

Μερικές φορές τα βιβλία έρχονται προς εσένα, καθώς έχεις εσύ ο ίδιος ξεκινήσει τη πορεία προς αυτά αναζητώντας τα. Οι πορείες συναντιούνται καθώς έλκουν η μία την άλλη. Έτσι κι αυτό εδώ, δε βρέθηκε τυχαία στα χέρια σου.

Ήρθε η ώρα λοιπόν, της αλήθειας. Μιας αλήθειας που ποθούσες από τη στιγμή της δημιουργίας σου. Σου έτυχαν πολλά, οι οιωνοί επίσης πολλοί και οι συμπτώσεις παράξενα συμβάντα που σε ταλάνιζαν καιρό τώρα.

Μενέλαε, οι αναμνήσεις που έχεις από άλλες ζωές και κόσμους είναι υπαρκτές, πραγματικές για σένα. Συνέβησαν μην έχεις αμφιβολία. Και η επιστολή αυτή έχει σκοπό να σου εξηγήσει το πώς και το γιατί.

Εσύ κι εγώ Μενέλαε δεν έχουμε αρχή, μήτε τέλος. Είμαστε υπάρξεις που ορίζουν η μία την άλλη. Είμαστε δημιουργοί και ταυτόχρονα πλάσματα της δημιουργίας μας.

Το όνομα δεν έχει σημασία. Σήμερα σε λένε Μενέλαο, κάποτε σε λέγαν Ορέστη, Γιώργο, Κώστα, Τηλέμαχο και τόσα άλλα, αύριο ίσως Οδυσσέα, Αποστόλη ή κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία. Καμία σημασία. Και η Ελένη, κάποτε ήταν η Ηλέκτρα, η Νεφέλη, η Σοφία, η Αρετή, η Μαρία, αύριο θα’ ναι κάποια άλλη. Σήμερα είσαι 35 και η Ελένη κάπου εκεί, αύριο θα είσαι ίσως πιο γέρος ή πιο νέος… Μπορούμε να ταξιδεύουμε στο χρόνο, γνωρίζουμε όλες τις γλώσσες, δεν υπάρχουν όρια Μενέλαε, δεν υπάρχουν! Είμαστε ταυτόχρονα εμείς και οι άλλοι. Οι κόσμοι μας έχουν φεγγάρια και ήλιους δίδυμους και τρίδυμους, μυστικά και πάθη, υπόγειους πολιτισμούς, στοές και περάσματα, μυστικά, φανερά, κρύπτες, ψέματα κι αλήθειες, οπτασίες, ουτοπίες…είμαστε θνητοί και ταυτόχρονα θεοί!

Θυμάσαι τότε που ονειρεύτηκες τυλιγμένος στη κουβέρτα μεσ’ το καταχείμωνο, πως βρέθηκες σ’ ένα καταπράσινο ξέφωτο σπαρμένο με αγριολούλουδα; Τότε στη Φλώρινα που ήσουν με τους γονείς σου. Σωστά υποψιαζόσουν. Η μελαχρινή οπτασία είναι η σημερινή Ελένη. Το τριαντάφυλλο στο έδωσε εκείνη.»

 

Ο Μενέλαος δεν κρατήθηκε, σηκώθηκε κι έβαλε λίγο ουίσκι σ’ ένα ποτήρι. Όχι πολύ. Ήθελε να είναι νηφάλιος απόψε. Αναρωτήθηκε μήπως τρελάθηκε εντελώς. Ήθελε να φωνάξει βοήθεια, να τηλεφωνήσει στην Ελένη, να βγει να φωνάξει στο κόσμο, να τρέξει στο σπιτονοικοκύρη και φίλο του το Γιάννη και να τα πει όλα, να μιλήσει σε κάποιον μήπως και καταλάβει και κανείς άλλος τι γίνεται.

 

Μερικές φορές όμως, είναι από δύσκολο έως αδύνατο να εξωτερικεύσεις εσώτερους προβληματισμούς ή ακόμη και αλήθειες τόσο γυμνές. Όταν το τολμάς φαίνεται πως η γλώσσα το φιλτράρει μέσα από τους κωδικούς της και τελικά το κάνει πραγματικό ή εξωπραγματικό, άρα, και παράλογο. Όχι δε θα έπαιρνε αυτό το ρίσκο.

 

«Έτσι είναι, σωστά σκέφτεσαι Μενέλαε. Αυτή εδώ είναι μια αποκάλυψη μόνο για σένα. Οποιαδήποτε παρεμβολή μπορεί να στοιχίσει την ύπαρξή σου. Στην Ελένη θα μιλήσεις, αλλά όχι απόψε. Αναρωτιέσαι πως γίνεται να ξέρω τόσα για σένα. Πώς είναι δυνατόν να σου γράφω μέσα από τον 11ο αιώνα γι’ αυτά που είσαι και που σκέφτεσαι εσύ τώρα. Γι’ αυτά που έκανες, που έζησες, που θα πράξεις.

Μενέλαε, είσαι ο ήρωας της ιστορίας που γράφω αυτό τον καιρό. Είσαι ο ήρωας που ζει μέσα στις τόσες ιστορίες που έχω γράψει ως τώρα. Αυτές είναι οι αναμνήσεις σου. Οι παράλληλοι κόσμοι σου. Αυτές οι πραγματικότητές σου. Είμαι ο συγγραφέας και δημιουργός σου.

Μα γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Είναι το μέγα ερώτημα. Ποιο είναι το κίνητρό μου; Έχεις δίκιο Μενέλαε, έχεις δίκιο. Η αλήθεια είναι πως χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Άραγε, τι βοήθεια μπορεί να ζητήσει ένας συγγραφέας από έναν ήρωα της ιστορίας του και τι μπορεί ο τελευταίος να προσφέρει ε;

Έχω κουραστεί. Έχω κι εγώ την ίδια μοίρα με σένα. Εναλλάσσεται διαρκώς ο ρόλος μου ως συγγραφέα μ’ εκείνον του ήρωα. Ξανά και ξανά, απ’ αρχής της γένεσής μου απ’ το δημιουργό μου. Το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου έγραψα και αφιέρωσα σε σένα όταν ήμουν ξανά συγγραφέας. Το έγραψα για τη περίπτωση που θα ζούσα ακόμα ως αυτή τη στιγμή. Ήρθε η ώρα μου να ξεκουραστώ. Ήρθε η ώρα σου να επιλέξεις: Δέχεσαι τη πρόκληση ή όχι;

Η αλήθεια σε περιμένει εκεί έξω. Μπορείς να γίνεις υπαρκτός. Ανθρώπινος. Να ορίζεις τη μοίρα σου και τη ζωή σου. Ή θαρρείς πως είσαι ελεύθερος αυτή τη στιγμή;»

 

Τα πόδια του Μενέλαου έτρεμαν από τη ταραχή. Δεν ήξερε τι να πει. Τι να κάνει. Έδωσε μια στο ποτήρι του και το εκσφενδόνισε με δύναμη στο παράθυρο. Το τζάμι έσπασε. «Μάντεψε αυτό εξυπνάκια!» φώναξε.

 

«Γιατί φωνάζεις Μενέλαε; Δε πείσθηκες ακόμα. Έσπασες το τζάμι, γιατί εγώ σ’ έκανα να το σπάσεις. Φώναξες, γιατί εγώ σ’ έκανα να φωνάξεις. Αγανακτείς κι ασφυκτιάς, γιατί εγώ σε κάνω να νιώθεις έτσι. Δε θέλεις να είσαι ελεύθερος;

Ορίστε, γιατί δεν έρχεται κανείς αφού έγινε τόσος θόρυβος; Γιατί δε φωνάζουν οι γείτονες; Κοίτα ξανά Μενέλαε το τζάμι, δεν είναι σπασμένο πια, ορίστε, αποδείξεις δεν ήθελες;»

Σήκωσε τα μάτια χωρίς θέληση κι ένα ρίγος διαπέρασε σα ρεύμα τη ραχοκοκαλιά του. Ναι, ήταν αλήθεια…κανένα τζάμι δεν ήταν σπασμένο…

«Στο εσωτερικό μέρος του οπισθόφυλλου σκίσε το χαρτί που το ντύνει. Θα βρεις εκεί ένα μικρό κλειδί και θα πας στη θυρίδα…»

 

Ο Μενέλαος έσκισε προσεκτικά με τον κόφτη το εσωτερικό του οπισθόφυλλου και πήρε το κλειδί. Σημείωσε τη τοποθεσία και τον αριθμό της θυρίδας και διάβασε το τέλος της επιστολής:

 

«Τελικά, αυτό που με θρέφει με καταστρέφει, μέρα με τη μέρα. Η ιδιότητά μου ως συγγραφέα ασκεί μια ισχύ επάνω μου και καθώς ο χρόνος θρέφει τα πάντα, θρέφει και ότι με καταστρέφει. Αλλά non omnis moriar (δε θα πεθάνω ολόκληρος), το έργο μου θα επιζήσει, ακόμα κι αν εγώ δεν θα είμαι εδώ πια. Έχω ανάγκη τη βοήθειά σου Μενέλαε, και η αναγκαιότητα δε γνωρίζει νόμους. Κάποτε θα μάθεις πως omnis una manet nox (η ίδια νύχτα μας περιμένει όλους) και θα με καταλάβεις…

Σου εύχομαι καλή τύχη,

Ο συγγραφέας και δημιουργός σου»

 

«Με ειρωνεύεται κιόλας…αν εκείνος ορίζει τι κάνω, τι μου εύχεται και καλή τύχη; Σαχλαμάρες…» μονολόγησε.

Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Χρειαζόταν χρόνο. Φυσικά, οι πρώτες σκέψεις του ήταν πως σίγουρα δεν αφορούν τον ίδιον όλα αυτά. Από την άλλη ένιωθε πως η αλήθεια αυτή-αν ήταν αλήθεια-δεν ήταν απλώς γυμνή. Αλλά ήταν το δέρμα του κορμού της αλήθειας που την έγδαρε ο συγγραφέας της επιστολής και νωπή όπως ήταν, ματωμένη, τον τύλιξε παρά τη θέλησή του.

 

«Παρά τη θέλησή σου; Τόσα χρόνια αναζητάς την αλήθεια, τώρα κάνεις πίσω επειδή σε λέρωσε; Έτσι είναι οι αλήθειες, ματώνουν και λερώνουν» σαν ν’ άκουσε μια φωνή ν’ αντηχεί στο κρανίο του… «μα ποιος μιλάει μέσα στο μυαλό μου;», έκανε για μια ακόμη φορά την ερώτηση που πολλές φορές τον βασάνιζε.

 

Την επόμενη μέρα όπως ήταν φυσικό, ο Μενέλαος έτρεξε στη θυρίδα. Με ηρεμία, αλλά και αγωνία, πήρε βαθιά ανάσα και την άνοιξε. Η θυρίδα περιείχε ένα γράμμα με τον λατινικό αριθμό Ι.

 

«Αγαπητέ Μενέλαε,

Δεν ήταν ασφαλής τρόπος να σου γράψω τα παρακάτω στο βιβλίο του 11ου αιώνα. Σου προσφέρω την ελευθερία σου, αλλά όχι χωρίς αντάλλαγμα.

Είμαι ο συγγραφέας και δημιουργός σου, αλλά τώρα χρειάζομαι τη βοήθεια που μόνον εσύ μπορείς να προσφέρεις. Μη παραξενευτείς και μην αναρωτηθείς ξανά αν όλα αυτά αφορούν εσένα ή αν είναι αλήθεια. Τέρμα οι αμφισβητήσεις. Ώρα για δράση και αποφάσεις, ο χρόνος είναι πολύτιμος.

Υπάρχει, Μενέλαε ένα κενό χωροχρόνου του συγγραφέα, για κάθε συγγραφέα. Είναι το σημείο ακριβώς που δεν μπορεί να σε πειράξει κανείς. Κανείς συγγραφέας δε γνωρίζει τι κάνουν οι ήρωές του εκεί. Εσύ καλείσαι να λύσεις το αίνιγμα αυτό. Αν βρεις τη λύση του, βρήκες και τον τρόπο να χρησιμοποιήσεις το κενό χωροχρόνο για σένα.

Με την ίδια διαδικασία στις 31 Δεκεμβρίου τα μεσάνυχτα, ακριβώς τη στιγμή που γίνεται η αλλαγή του χρόνου, δημιουργείται μια πύλη που θα σε οδηγήσει στην αλήθεια, την ύπαρξη, την ελευθερία. Από εκεί και πέρα όλα εξαρτώνται από εσένα. Έχεις μισή ώρα καιρό ξεκινώντας από 12.00 τα μεσάνυχτα μέχρι 12.30 να περάσεις τη πύλη.

Θυμήσου το ρολόι χειρός στο τοίχο που έδειχνε 12.00 τα μεσάνυχτα, όταν τέλη του Οκτώβρη «άγγιξες την άλλη πλευρά». Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν. Ένας «οιωνός» ανάμεσα στους πολλούς, ένα στοιχείο ακόμα που βρήκε το κρίκο σύνδεσής του.

Όμως, δεν μπορώ να σου αποκαλύψω τη λύση του γρίφου, είναι κάτι που πρέπει μόνος σου να βρεις, καθώς απαγορεύεται ο συγγραφέας να μιλήσει για το κενό χωροχρόνο στους ήρωες του.

Αν τα καταφέρεις, το αντάλλαγμα που ζητώ από σένα θα βρίσκεται στο ίδιο μέρος και την ίδια θυρίδα, που υπάρχει και «εκεί έξω», σε πέντε χρόνια. Αν αλλάξω γνώμη η θυρίδα θα είναι άδεια κι εσύ θα είσαι ελεύθερος να ξεφορτωθείς το κλειδί που θα φυλάς για τόσα χρόνια. Αν δεν αλλάξω γνώμη, μια δεύτερη επιστολή με τον λατινικό αριθμό ΙΙ θα σε περιμένει εκεί ακριβώς πέντε χρόνια μετά.

Πραγματικά καλή τύχη αυτή τη φορά. Μη ξεχνάς ότι μεταξύ 12.00 και 12.30 τα μεσάνυχτα, ο κενός χωροχρόνος σου ανήκει. Αλλά η επιλογή του περάσματος από τη πύλη είναι στ’ αλήθεια δική σου. Ένας διαφορετικός κόσμος σε περιμένει «εκεί έξω». Τα παρακάτω λόγια φύλαξε τα στο μυαλό σου ως πολύτιμα και αναγκαία για την εύρεση της λύσης που ψάχνεις: Όλα είναι στο μυαλό αγόρι μου, όλα στο μυαλό…και η έμπνευση και η λύση του γρίφου και το κενό στο χωροχρόνο…θυμήσου αυτά τα λόγια.

Μην ανησυχείς. Είσαι έτοιμος από καιρό γι’ αυτό το βήμα. Το ξέρω και το ξέρεις.

Με αγάπη,

Ο συγγραφέας και δημιουργός σου

Υ.Γ. Η λύση του γρίφου πρέπει να βρεθεί την ίδια ώρα που πραγματοποιείται το κενό χωρόχρονο, δηλαδή όχι νωρίτερα από 12:00 τα μεσάνυχτα και όχι μετά από τις 12:30. Γιατί ο ήρωας πρέπει να το βρει μόνος του, χωρίς να το γράψει ο συγγραφέας γι’ αυτόν, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν έμμεση μαρτυρία από το συγγραφέα προς τον ήρωα, άρα και κάτι που όπως γνωρίζεις δεν μπορεί να γίνει. Μόνος λοιπόν, στο κενό χωρόχρονο μπορείς να βρεις τη λύση…»

 

Ο Μενέλαος είχε το χρόνο όλο το βράδυ να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Οιωνοί, συμπτώσεις, εικόνες, αναμνήσεις βρήκαν σιγά σιγά τους συνδετικούς τους κρίκους και δικαιολόγησαν το λόγο που ήρθαν στο δρόμο του Μενέλαου. Όλη τη νύχτα το μυαλό του εργαζόταν πυρετωδώς και θυμήθηκε σχεδόν τα πάντα. Σαν περίτεχνο κέντημα συνέδεσε όλες τις κλωστές, ακόμη κι αν ο ύπνος ήταν βαθύς και αναγκαίος. Το ξημέρωμα βρήκε το νου του πιο ξεκάθαρο, σα γάργαρο νερό από πηγή που μόλις ανακάλυψε.

Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε τίποτε να χάσει. Ίσως, μόνο την Ελένη. Η πρόκληση τον ξεπερνούσε. Η δίψα του γι’ αυτήν επίσης. Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Ο γρίφος αναζητούσε τη λύση του. Έπρεπε όμως και να περιμένει…να νυχτώσει. Τι παράξενο, όλη μέρα ούτε μια σκέψη δε του πέρασε απ’ το μυαλό. Ήταν η πιο ξέγνοιαστη μέρα που είχε ζήσει. Πέρασε με την Ελένη αναπάντεχα όμορφα, σχεδόν υπέροχα. Δε θυμάται άλλη μέρα να διήρκησε περισσότερο απ’ αυτήν.

 

12:00 τα μεσάνυχτα…οι σκέψεις άρχισαν να τον κατακλύζουν. Ένιωθε μια παράξενη ελευθερία. Μπορούσε να σκεφτεί οτιδήποτε. Τώρα κατάλαβε γιατί όλη μέρα δεν σκεφτόταν τίποτε σχετικό. Ήταν ο συγγραφέας που του χάρισε αυτή τη ξεγνοιασιά, ήταν ο συγγραφέας που δεν του όρισε καμία σχετική σκέψη στο μυαλό του…

 

«Κενός χωρόχρονος του συγγραφέα», άρχισε να σκέφτεται «δεν μπορεί να είναι άλλο από το κενό της έμπνευσης. Το σημείο ακριβώς που ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι κάνουν, τι σκέφτονται ή τι πρόκειται να κάνουν οι ήρωές του. Αλλά πως ορίζεται αυτό το κενό έμπνευσης; Από τι σηματοδοτείται;»

 

Αναρωτιόταν αρκετή ώρα. Σχεδόν ένιωσε τι εννοούν όταν λένε «σπάω το κεφάλι μου να βρω τη λύση», αν κι ο ίδιος ήθελε αυτό να το κάνει στη κυριολεξία. Σε λίγο, χείμαρρος από σκέψεις κόντεψαν να τον πνίξουν καθώς κουτρουβαλιάζονταν στη ροή τους προς το συνειδητό νου.

 

«Σηματοδοτείται…χμ…από το άδειο χαρτί που κοιτά και ξανακοιτά ο συγγραφέας και δεν μπορεί να γράψει τίποτε επάνω του, γιατί απλά δεν έχει έμπνευση» βγήκε μ’ ευκολία η πρώτη σκέψη και συνέχισε τον ειρμό της, «από μια πένα χωρίς μελάνι, που δεν επιτρέπει στο συγγραφέα να γράψει τις ιδέες του!» αναφώνησε… «από ένα άδειο, άγραφο, κενό έγγραφο του κειμενογράφου στο pc που περιμένει μάταια ν’ αποτυπώσει την έμπνευση του συγγραφέα!!» αναπήδησε… «από μια κενή βιβλιοθήκη, δηλαδή κενή από τα βιβλία, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη τυπωμένη έμπνευση των συγγραφέων τους…χμ…αλλά, που πρέπει ταυτόχρονα να είναι και να μην είναι κενή…χμ…δηλαδή ν’ αδειάσει νοητά!!!».

 

Με την φράση «όλα είναι στο μυαλό» ν’ αντηχεί στα τοιχώματα του κρανίου του ο Μενέλαος έλυσε το γρίφο. Τώρα πια έμενε να τον κάνει πράξη. Κι έπρεπε όλα αυτά να γίνουν μεταξύ 12:00 με 12:30. Μα το πιο δύσκολο είναι “ν’ αδειάσει” τη βιβλιοθήκη του. Ήταν σίγουρος πως δεν θα έπιανε αν την άδειαζε πραγματικά, γιατί έτσι δε θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτό το “όλα στο μυαλό” που του είχε τονίσει στο γράμμα ο συγγραφέας.

 

Η επιστροφή του στο σπίτι, δεν κατάλαβε πως έγινε. Τα βήματά του μόνα τους τον έφεραν πίσω, όπως το άλογο επιστρέφει τον αναβάτη του στο σπίτι γνωρίζοντας το δρόμο. Κατευθύνθηκε προς τη συλλογή με τις σπάνιες πένες που κατείχε ως συλλέκτης και λάτρης τους…έπρεπε να διαλέξει μία. Ποια όμως; Αναστέναξε μέχρι που ο αέρας διένυσε ένα μακρόσυρτο ταξίδι και τον άφησε ξέπνοο.

 

Πώς θα άφηνε πίσω του όλ’ αυτά; Τις αγαπημένες του πένες, τα βιβλία του... Σπάνια, με δική τους ιστορία και γοητεία το καθένα. Κοίταζε τις πένες που βρίσκονταν στη προθήκη μία μία, όπως κοιτά κανείς ανεκτίμητους θησαυρούς. Έβγαζε τη μία μετά την άλλη και τις άγγιζε σα να τους έλεγε το τελευταίο αντίο με τη θέρμη των δακτύλων του. Η χειροποίητη πένα από ξύλο τριανταφυλλιάς, και οι δυο πένες από πετρώματα, αλλά κι εκείνη από ατσάλι δορυφόρου, έμοιαζαν να στέκονται εμπρός του με απαξίωση για την ανάρμοστη απόφαση του. Η διάφανη απορροφητική πένα, όπου τη σπανιότητα της μαρτυρούσε ακριβώς αυτή η δυνατότητα να μπορεί κανείς να διακρίνει το μηχανισμό της, και που δε λειτουργούσε πια, διέγραψε ένα ερωτηματικό στο μυαλό του Μενέλαου, σα να ήθελε να τον ρωτήσει «Γιατί; Τι αξία θα έχουν πια τα 50 χρόνια ζωής μου αν φύγεις;»

 

Τι είναι πραγματικό και τι όχι λοιπόν; Τι υπαρκτό και που τα όρια της αλήθειας και της αναλήθειας; Νομίζουμε πως είμαστε ελεύθεροι μέσα στα πλαίσια που γνωρίζουμε -ή και που ορίζουμε μερικές φορές για τους εαυτούς μας- μα όταν ανακαλύπτουμε πως υπάρχουν όρια, πλαίσια μέσα στα οποία κινείται η ελευθερία του νου, ταυτόχρονα ανακαλύπτουμε πως τίποτε δεν είναι έτσι όπως νομίζαμε. Πόσο μάλλον όταν αντιλαμβανόμαστε πως αυτά τα πλαίσια είναι πλασματικά… Το όλο σύστημα που θεωρούσαμε ορθό και που πάνω σ’ αυτό στηρίζαμε την ύπαρξή μας, μέσα απ’ αυτό κοιτάζαμε τον κόσμο, αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και βγάζαμε τα συμπεράσματά μας, ξαφνικά καταρρέει… Κι ύστερα;

Κι ύστερα αναρωτιόμαστε τι απ’ όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι. Αυτό που ανακαλύψαμε ή αυτό που γνωρίζαμε; Άλλοτε η ζυγαριά βαραίνει από εδώ κι άλλοτε από εκεί. Κι είναι και φορές που οι αλήθειες είναι τόσο οδυνηρά γυμνές που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κρυφτείς μέσα στις ασφαλείς και γεμάτες ζεστασιά, βολικές ουτοπίες σου. Πώς να ζήσεις εκεί έξω ολόγυμνος και φτωχός από τα μέχρι τώρα πλούτη σου; Δίχως αφετηρίες και χωρίς προορισμούς, παλεύοντας με τους ανεμόμυλους; Ποιος είπε πως η βαρύτητα είναι αναγκαία; Ποιο δημιουργό εξυπηρετούν οι διαστάσεις μέσω των οποίων αντιλαμβανόμαστε τα πάντα γύρω μας; Υπάρχει αυτό που λέμε μοίρα, πεπρωμένο, ειμαρμένη; Υπάρχουν όρια στη γνώση; Στη ζωή; Υπάρχει η αειζωία;

Πάλι έβρεχε…αυτή τη φορά ερωτήματα, κι ο χρόνος περνούσε. Κι αυτό το τζάμι στο γραφείο του λες και καθρέφτιζε τους “οιωνούς” του… Του φάνηκε πως είδε την Ελένη και πίσω της ένα ρολόι χειρός που έδειχνε 12:15 τα μεσάνυχτα.

 

- Είναι αργά το ξέρω…έπρεπε να σου μιλήσω…

- Δεν πειράζει, δεν κοιμόμουν…σκεφτόμουν πως περάσαμε σήμερα, ήταν πολύ όμορφα.

- Ναι ήταν.

- Δεν ακούγεσαι καλά. Συμβαίνει κάτι;

- Κάτι…όμως…πρέπει να σε δω, από κοντά.

- Έχω ένα κενό αύριο στις 13.00 το μεσημέρι, θέλεις να…

- Όχι, όχι το πρωί…στις 12.00 το βράδυ μπορείς;

- Δώδεκα; Δεν είναι λίγο αργά;

- Ελένη, πρέπει να σε δω αύριο βράδυ, μην αρνηθείς σε παρακαλώ.

- Μενέλαε με φοβίζεις…έχει σχέση με μας; Γιατί εγώ…να…ε…εγώ…

- Μη φοβάσαι καρδιά μου, αύριο θα ξεκαθαρίσουν όλα. Κι εγώ πέρασα όμορφα σήμερα…περισσότερο από ποτέ. Όνειρα γλυκά…

- Σίγουρα αφού θα έχουν μέσα εσένα...

 

Ο Μενέλαος έμεινε να κοιτά το είδωλό του στο τζάμι με το τηλέφωνο στο χέρι. Η πόλη απόψε είχε μια παράξενη ηρεμία.

 

Οι ώρες διαδέχονταν η μία την άλλη ερωτοτροπώντας με το δημιουργό και τα πλάσματα του, ενώ οι λέξεις σαν απόχες έπιαναν τα νοήματα και τα γούλιζαν για να μαλακώσουν. Η ξημερωμένη μέρα προετοίμαζε τη συνάντηση με την Ελένη, αλλά και τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί του αλλάζοντας πραγματικότητα.

 

Κάτι ενδιαφέρον όμως, έμελλε να διαπιστώσει ακόμα. Σήμερα τον θυμήθηκε ένας παλιός του φίλος που είχε να τον δει χρόνια. Παραξενεύτηκε βέβαια, γι’ αυτή την συνάντηση, αλλά δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Ο παλιός του φίλος ζούσε χρόνια στο εξωτερικό και μόλις επέστρεψε. Ο παράξενος “οιωνός” που προστέθηκε στη συλλογή του χωρούσε μέσα στα βιβλία που του έφερε δώρο. Οι “Ιστορίες του κύριου Κόινερ” του Μπέρτολτ Μπρεχτ στη Γερμανική γλώσσα και το La Divina Commedia” (Θεία κωμωδία), όπου αρχικός τίτλος ήταν “Commedia”, του Δάντη Αλιγκέρι στα Ιταλικά.

Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία διαπίστωσε πως μπορούσε τόσο να διαβάσει, όσο και να καταλάβει τι έλεγαν. Συνεπώς, καταλάβαινε και τη Γερμανική και την Ιταλική γλώσσα. Δε του φάνηκε περίεργο. Αναμενόμενο μάλλον. Προφανώς θα μπορούσε να γνωρίζει και άλλες γλώσσες, όμως ποτέ πριν δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο.

«…γνωρίζουμε όλες τις γλώσσες…δεν υπάρχουν όρια…», θυμήθηκε τα λόγια του συγγραφέα στην επιστολή. Περίεργο. Ένιωθε πως ήξερε τόσα, όσα δε μπορούσε να εκφράσει. Αισθανόταν γεμάτος, πλήρης, μεστός, με ελπίδα για όσα επρόκειτο να συμβούν. Γεμάτος απορίες, αλλά αισιόδοξος ότι θα έβρισκε απαντήσεις. Αλλά και σίγουρος πως θα είχε απαντήσεις, χωρίς να έχει θέσει ερωτήσεις πριν. Αυτό που δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του ήταν το τι αντάλλαγμα θα του ζητούσε ο συγγραφέας. Ήταν το μόνο που τον γέμιζε ανησυχία. Έπρεπε όμως, να περιμένει πέντε χρόνια γι’ αυτό, αν τελικά κατάφερνε να περάσει τη πύλη.

Τις σκέψεις του διέκοψε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν 12:04 τα μεσάνυχτα, η Ελένη με τα μαύρα της μαλλιά να πέφτουν χυτά στους ώμους, κι ένα κόκκινο φόρεμα που διέγραφε το καλλίγραμμο σώμα της ήταν τόσο ελκυστική που δεν μπορούσε παρά να την υποδεχτεί μ’ ένα γεμάτο πάθος φιλί. Έκλεισε το χέρι της στη χούφτα του και οδηγώντας τη στο καναπέ αποκρίθηκε:

- Είναι πολύ σημαντικό για μένα που ήρθες απόψε.

- Μενέλαε με ανησυχείς, τι συμβαίνει;

- Θα σου τα πω όλα, μη φοβάσαι, μόνο έχε μου εμπιστοσύνη, άκουσε αυτά που έχω να σου πω με ανοιχτό μυαλό…σε παρακαλώ, κι η καρδιά του κόντευε να σπάσει.

Η Ελένη συγκατάνευσε καθώς τον κοιτούσε στα μάτια. Κι αφού της εξιστορήθηκε τα πάντα, προς μεγάλη του έκπληξη άκουσε τη φωνή της Ελένης:

- Ξέρω, αγάπη μου, ξέρω, είπε χαμηλώνοντας τα μάτια.

- Τι εννοείς ξέρεις; ρώτησε έκπληκτος.

- Έχω βρεθεί εκεί έξω Μενέλαε…

-

- Και για το κενό χωροχρόνο ξέρω και για όλα.

- Και γιατί μέχρι τώρα δεν έχεις φύγει…γιατί είσαι εδώ; Ρώτησε γεμάτος νέες απορίες, αλλά και απαντήσεις που ήρθαν από μόνες τους στο δρόμο του.

- Έχω ζήσει εκεί έξω…έχω ζήσει, αλλά προτίμησα να επιστρέψω εδώ. Φοβάμαι εκεί έξω…άλλωστε δεν έχω λόγο να βρίσκομαι εκεί. Μέσα στις ιστορίες μπορώ να λυτρώνομαι, να ζω με ασφάλεια τις εμπειρίες μου. Όλα έχουν το σκοπό τους εδώ. Ζω έχοντας εμπιστοσύνη στο φωτεινό μυαλό των συγγραφέων.

- Κι ο θάνατος;

- Α, νέα, όμορφη κι αισθησιακή, έτσι όπως με δημιούργησαν, δε νομίζω ότι θέλει κανείς να με ξεφορτωθεί. Ο φόβος όμως, ναι, μ’ έχει κάνει ν’ ακολουθώ το δημιουργό μου, τη μοίρα που μου γράφει η πένα του και να μη ψάχνω, να μην αμφισβητώ, να μη πηγαίνω γυρεύοντας.

- Ελένη, θέλω να έρθεις μαζί μου…έλα να φύγουμε μαζί…δεν είναι αρκετός λόγος αυτός;

Η Ελένη δεν είπε τίποτε. Τυλίχτηκε γύρω του σα μεταξωτό πουκάμισο που προσδοκούσε να γίνει δέρμα του. Έκλαψε. Ο Μενέλαος μάταια της φιλούσε τα μάτια και τα χείλη ζητώντας της και με αυτό τον τρόπο να φύγουν μαζί. Η ώρα περνούσε. Ήταν 12:25.

- Αγάπη μου, θα σε περιμένω…θ’ αφήσω τη πόρτα μισάνοιχτη μήπως αλλάξεις γνώμη…αν όχι…μέχρι του χρόνου θα έχω τακτοποιηθεί και τότε όλα θα σε περιμένουν, καρδιά μου, σε παρακαλώ υποσχέσου μου ότι θα προσπαθήσεις.

- Ω, Μενέλαε, είπε μη μπορώντας να κρατήσει τα δάκρυά της, και φιλώντας τον έφυγε τρέχοντας, όσο ήταν νωρίς ακόμη για κείνη πριν καταρρεύσει εμπρός στα μάτια του.

Όλα προχωρούσαν τόσο γρήγορα που ο Μενέλαος θαρρούσε πως οδηγούσε ένα όχημα με σπασμένα φρένα, σε μια διαδρομή που όσο πλησίαζε στο τέρμα της, τόσο πιο ξέφρενη ήταν η πορεία.

Ήταν κιόλας αύριο. Τα πράγματά του χώρεσαν σ’ ένα σάκο. Ήταν αδύνατο να πάρει όλα όσα ήθελε. «Οmnia mea mecum porto» (ότι μου ανήκει το μεταφέρω μαζί μου) ψιθύρισε κοιτάζοντας το σάκο που περιείχε ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα, όλα του τα σημειωματάρια, τη συλλογή με τις πένες του σε βελούδινη θήκη, καθώς και το λατινικό χειρόγραφο του 11ου αιώνα. Είχε στα χέρια του μερικές απ’ τις πένες που είχε ξεχωρίσει μη μπορώντας να διαλέξει πια πένα θα θυσίαζε γι’ αυτή του την έξοδο. Τελικά, κατέληξε στη πένα 1010 της Ελβετικής εταιρείας Caran d’Ache. Μια πένα που κυκλοφόρησε για να τιμήσει την Ελβετική ωρολογοποιία. Πήρε το όνομά της απ’ τους δείκτες των ρολογιών που βρίσκονται πάνω και μέσα της και που δημιουργούν ένα ισόπλευρο τρίγωνο όταν η ώρα είναι 10:10. Η πένα φέρει διακόσμηση των γραναζιών και των γεφυρών ενός ρολογιού. Θα κυκλοφορήσουν μόνο 500 πένες κι εκείνος την είχε ήδη στη κατοχή του πριν κυκλοφορήσει στην αγορά. Ναι…αυτή ήταν η κατάλληλη. Έβαλε τις υπόλοιπες στο σάκο, έκανε τις απαραίτητες ετοιμασίες για την επόμενη και πλάγιασε σκεπτόμενος την Ελένη. Η παρουσία της διάσπαρτη στη ζωή του, ήταν απαραίτητη πια. Πώς θα συνέχιζε άραγε “εκεί έξω” δίχως εκείνη; «Όλα είναι στο μυαλό, εκεί η δύναμη, εκεί και η αδυναμία» ξεπήδησε η σκέψη από το πουθενά σαν απάντηση. Κοίταξε το ρολόι, ήταν 12:45.

 

«Σ’ ευχαριστώ», ψιθύρισαν τα χείλη στο δημιουργό του. Η Ελένη θα ήταν κοντά του, όσο ζέσταινε τις σκέψεις του. Τα μάτια σφραγίστηκαν με το φύσημα του Μορφέα και τα όνειρά του γέμισαν με το κορμί, τα χείλη και τα μάτια της…αυτά τα μάτια που δε θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει.

 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι όλοι χαίρονταν για πολύ διαφορετικό λόγο από εκείνον. Την Ελένη δεν την είχε δει καθόλου. Το τηλέφωνο δεν ήχησε. Η σιωπή της ήταν η πιο μαρτυρική σιωπή που είχε ζήσει ως τώρα. Ο χτύπος του ρολογιού ήταν η μόνη συντροφιά, εκνευριστική όσο και μια βρύση που στάζει εν ώρα αναμονής, στάλα στάλα, όπως οι σκέψεις που διαρρέουν παρά τη θέλησή του.

 

12:00 τα μεσάνυχτα. Ο χρόνος αλλάζει. Βεγγαλικά ακούγονται. Οι καμπάνες ηχούν. Η διαδικασία ξεκινά. Ο Μενέλαος σηκώνεται τοποθετεί μια λευκή κόλα χαρτί στο γραφείο του, αρπάζει τη πένα 1010 κι αδειάζει το μελάνι πάνω στο χαρτί αφήνοντας το να τρέξει αργά αργά και βασανιστικά, όπως ο χρόνος που βασανιστικά περνά καθώς η έμπνευση δεν λέει να φωτίσει το συγγραφέα. Στη συνέχεια ανοίγει τον υπολογιστή του κι ένα κενό έγγραφο του κειμενογράφου. Κάθεται μπροστά στην οθόνη για πέντε λεπτά προσπαθώντας να κρατήσει το μυαλό του όσο το δυνατόν άδειο, εμποδίζοντας την σκέψη, άρα και την έμπνευση, να βρει το προορισμό της. Τέλος, με το σάκο του στο χέρι, συγκεντρώνει όλη την ενέργειά του στο να «αδειάσει» τη βιβλιοθήκη. Παίρνει μερικές βαθιές ανάσες και προσπαθεί ξανά. Η ώρα είναι 12:15, η ανάσα του βαραίνει…

 

Ο ήχος απ’ το τηλέφωνο δημιουργεί διλήμματα. Το τηλέφωνο συνεχίζει να χτυπά…αδύνατον να συνεχίσει…

 

- Ποιος είναι;

- Αγάπη μου!

- Κορίτσι μου!

- Υπόσχομαι, είπε κι έκλεισε κλαίγοντας.

 

Πώς να συνεχίσει μετά απ’ αυτό; Η ώρα είχε πάει 12:20. Να μείνει; Να φύγει; Δίσταζε. Όμως, το δίλημμα δε κράτησε πολύ. Μια απ’ τις δύο δυνάμεις έπρεπε να νικήσει. Το μάτι του έπεσε στο ξέσκεπο κουτί όπου βρισκόταν το τριαντάφυλλο. Το σκέπασε και το έβαλε βιαστικά, αλλά προσεκτικά στο σάκο. Έπρεπε να τα καταφέρει και αυτό του έδωσε δύναμη. Συγκεντρώθηκε ξανά, πήρε βαθιές αργές ανάσες και το μυαλό του άδειαζε λίγο λίγο. Άρχισε να νιώθει τόσο ελαφρύς και ταυτόχρονα τόσο δυνατός. Τα βιβλία που είχε εμπρός του τη μια άρχιζαν να θολώνουν και την άλλη να εμφανίζονται...

 

Η Ελένη τηλεφωνούσε απ’ το κινητό της. Ήταν στ’ αμάξι. Είχε πάρει την απόφασή της. Οδηγούσε σα τρελή. Τίποτε δε τη σταματούσε. Ήθελε να’ ναι μαζί του.

 

Τα βιβλία άρχισαν να χάνονται όλο και πιο πολύ. Η ώρα ήταν 12:24.

 

Η Ελένη ήταν κάτω απ’ το σπίτι. Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε τρέχοντας, παρατώντας τ’ αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου, με τη μηχανή να δουλεύει και τα φώτα ανοιχτά. Η ώρα ήταν 12:26.

 

Από την προσήλωση του βλέμματος τα μάτια του άρχισαν να πονούν, το μυαλό του διαπερνούσαν καρφιά. Πρώτη φορά ένιωσε τους συλλογισμούς να τον πονούν τόσο. Όσο άδειαζε ο νους, τόσο ο πόνος τον τρυπούσε. Εδώ και κάποια δευτερόλεπτα τα βιβλία είχαν εξαφανιστεί σταθερά. Έπρεπε να κρατήσει ελάχιστα ακόμα. Τα βιβλία δεν έπρεπε να εμφανιστούν πριν διαφύγει. 12:28.

 

Η Ελένη ανέβαινε δύο δύο τα σκαλοπάτια, ώσπου πρόβαλε η μισάνοιχτη πόρτα στο οπτικό της πεδίο από τη γωνία της σκάλας. Σκόνταψε στο πλατύσκαλο κι έσκισε το γόνατό της. Σηκώθηκε απελπισμένη και μπήκε με φόρα στο διαμέρισμα φωνάζοντας το όνομά του. Διέκρινε τη φιγούρα του να χάνεται μέσα στη βιβλιοθήκη. Δεν τον πρόλαβε. Ήταν αργά.

 

Από τη φόρα που είχε πάρει βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο χάνοντας την ισορροπία του. Ένα χέρι τον τράβηξε και τον βοήθησε να σηκωθεί.

- Είσαι καλά φίλε; ακούστηκε να του λέει μια φωνή με παχύ λάμδα.

- Μια χαρά σ’ ευχαριστώ, είπε ο Μενέλαος και καθώς σηκωνόταν κοίταξε τον άνθρωπο που τον βοήθησε. Απίστευτο! Ο Γιάννης!

- Δεν είσαι απ’ τα μέρη μας ε;

- Ε, όχι, από Αθήνα, τώρα μόλις έφτασα.

- Καλά, πρωτοχρονιάτικα κι εσύ ταξίδευες;

- Οι μοναχικοί ταξιδιώτες γιορτάζουν παντού φίλε…

- Τ’ όνομά σου;

Κοντοστάθηκε για λίγο ο Μενέλαος κι ύστερα αποκρίθηκε.

 

- Οδυσσέας, και πρότεινε το χέρι του.

- Γιάννης, και συμπλήρωσε τη χειραψία, έχεις που να μείνεις απόψε;

- Η αλήθεια είναι πως δεν έχω προλάβει να ψάξω τίποτε, μόλις έφτασα.

- Κοίτα, σε λίγες μέρες ξενοικιάζεται ένα διαμέρισμα εκεί που μένω, είμαι διαχειριστής και θα πω τον ιδιοκτήτη, αν ενδιαφέρεσαι.

- Φυσικά, ενδιαφέρομαι!

- Λοιπόν, μέχρι τότε έλα να μείνεις μαζί μου, τι λες;

- Σε λέω ότι συμφωνώ, απάντησε χαμογελώντας.

- Πλακίτσα πλακίτσα; Χαχα, είπε τονίζοντας επιτηδευμένα το λάμδα.

 

Ναι, σίγουρα ήταν ο Γιάννης αυτός. Ο καλός του φίλος. Πόσο ίδιος και ταυτόχρονα πόσο διαφορετικός. Σίγουρα, θα έκαναν καλή παρέα οι δυο τους.

Ο Οδυσσέας χρειάστηκε χρόνο να προσαρμοστεί. Έπαιρνε τη νέα του ζωή μέρα μέρα. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη αβίαστα, ακούραστα και διψασμένα. Πάνω στη χαίτη του χρόνου είχαν γαντζωθεί όλα τα νέα δεδομένα, τα όνειρα, οι προσδοκίες και τα ερωτηματικά. Κι ο Οδυσσέας καβάλα στο άλογο του ατέρμονου γητευτή των στιγμών ήταν έτοιμος να πληρώσει το αντάλλαγμα στο δημιουργό του. Επιτέλους, θα έβρισκε λύση η απορία που είχε πέντε χρόνια τώρα και το κλειδάκι που κρεμόταν στο λαιμό του φυλαχτό, σύντομα θα ελευθερωνόταν εκπληρώνοντας το σκοπό του. Στη θυρίδα πράγματι υπήρχε ένα γράμμα με τον λατινικό αριθμό ΙΙ.

«Αγαπητέ Μενέλαε,

Ελπίζω να είσαι καλά. Για να διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι είσαι καλά και πως σε λίγο καιρό θα περιμένω νέα σου. Τόσα χρόνια κουβαλούσες τούτο το βάρος και σ’ ευχαριστώ. Ήρθε η ώρα να ξεφορτωθείς το βάρος που μου αναλογεί. Αλλά leve fit, quod bene fertur onus (Το βάρος γίνεται πιο ελαφρό όταν το κουβαλάς με υπακοή) φίλε μου, κι εσύ έδειξες τη φρόνηση που αρμόζει στη περίπτωση.

Θ’ αναρωτήθηκες πολλές φορές, πιο είναι το αντάλλαγμα που θα σου ζητήσω. Πριν στο πω όμως, θα ήθελα να σου χαρίσω μιαν αλήθεια ακόμα.

Μενέλαε, φίλε μου, έχεις τη δύναμη να δημιουργήσεις. Να γίνεις ένας μικρός θεός. Να φτιάξεις κόσμους. Να πλάσεις πλάσματα που θα ζουν μέσα. Ν’ αλλάζεις ρόλους από υπαρκτό πρόσωπο που είσαι τώρα, σε ήρωα ή συγγραφέα. Έτσι, μπορείς να ζήσεις αιώνες, όπως κι εγώ. Θα εναλλάσσεις τη θέση σου με ρόλους που σου επιτρέπουν να σχετίζεσαι με τους υπόλοιπους μικρούς θεούς ή θνητούς. Πρωτόγνωρες αλήθειες, πρωτόγνωρες εμπειρίες. Με όρια μόνον αυτά που βάζει ο εαυτός σου. Με μια παράκληση όμως. Μη ξεχάσεις την παρακάτω επιθυμία μου, και λάβε την υπόψη σου ως το αντάλλαγμα που σου ζητώ.

Κουράστηκα Μενέλαε, κουράστηκα. Ζω τόσο, που το είναι μου ζητά ν’ αναπαυθεί. Σου γνωρίζω ότι έχεις τη δυνατότητα, και αυτή είναι η επιθυμία μου, να συνεχίσεις και να τελειώσεις την ιστορία που ξεκίνησα πριν χρόνια με σένα. Με τη διαφορά ότι ήρωας πια θα είμαι εγώ και συγγραφέας εσύ. Αυτή η ιστορία θέλω να είναι και το τέλος της ύπαρξής μου, φίλε μου. Φρόντισε γι’ αυτό. Αν και nulla placida quies est, nisi quam ratio composuit (μόνο το μυαλό μπορεί να εξασφαλίσει τη γαλήνη) εγώ δεν τα κατάφερα Μενέλαε. Επιζητώ τη γαλήνη. Το τέλος. Σε κάθε μου δυσκολία και ψυχική κούραση τελευταία επαναλάμβανα στον εαυτό μου: «Memento mori» (να θυμάσαι το θάνατο) και αυτό με βοηθούσε, με ανακούφιζε. Ήταν μια ελπίδα για μένα. Αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια, υιοθέτησα το σκεπτικό πως si sis vitam para mortem (αν θέλεις να ζήσεις, ετοιμάσου να πεθάνεις) κι έτσι έζησα τα πιο ωραία, μέρα μέρα, κι ήπια τη ζωή γουλιά γουλιά, σα να ’ταν οι τελευταίες γουλιές που μου είχαν απομείνει.

Δώσε μου λοιπόν, έναν αξιοπρεπή θάνατο, ένδοξο αν γίνεται, και τα ultima verba (τελευταία λόγια) ας είναι μια μεγάλη αλήθεια προσφορά στον αναγνώστη.

Σ’ ευχαριστώ,

Να είσαι πάντα καλά και μη ξεχνάς verba volant scripta manent (τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν) και tantum possumus, quantum scimus (τόσο μπορούμε, όσο γνωρίζουμε). Η Interna Corporis (εσωτερική υπόθεση) έλαβε τέλος. Ένα τέλος δίχως τέλος, καθώς πάντα θα είναι για όλους εμάς μια I.C.

Ο συγγραφέας και δημιουργός σου»

 


Όνειρο μέσα σε όνειρο

 

Ο Μενέλαος τσαλάκωσε αφηρημένος το χαρτί της επιστολής που έκρυβε ο δεύτερος φάκελος του συγγραφέα. «Είναι δύσκολο να συγκεντρώσεις τις σκέψεις σου, όταν οι σκέψεις σου δεν σου ανήκουν εξ’ ολοκλήρου», σκέφτηκε.

 

Το μυαλό του γύρισε πέντε χρόνια πίσω. Εκείνη τη νύχτα που έλυσε τον γρίφο και κατέκτησε το δικαίωμα της αυθυπαρξίας. Πόσο σπουδαίο του φάνηκε τότε. Δεν θα ήταν ποτέ ξανά ένας χάρτινος ήρωας, υπαρκτός μόνον στο μυαλό και αναλόγως της έμπνευσης ενός συγγραφέα. Θα αποκτούσε μια πραγματική ζωή. Μια φυσιολογική ζωή, όπως πάντα επιθυμούσε.

 

Δεν ξαναείδε την Ελένη από τότε. Εκείνη δεν είχε την ίδια ευκαιρία. Έμεινε εγκλωβισμένη στις σελίδες του βιβλίου του παράξενου συγγραφέα Τότε του φάνηκε οδυνηρή, αλλά αναγκαία θυσία μπροστά στο μεγάλο όφελος. Τα χρόνια που πέρασαν, όμως, του έδειξαν πόσο λάθος έκανε. Η πραγματική ζωή δεν ήταν αυτό που είχε ονειρευτεί. Συνηθισμένος στον φανταστικό κόσμο, όπου κάποιος άλλος φρόντιζε για όλες τις υποθέσεις, βρέθηκε απροετοίμαστος και υπερβολικά αθώος για να αντιμετωπίσει τη ζούγκλα της πραγματικότητας. Συνέχισε να μεταφράζει λατινικά κείμενα, τώρα όμως για καθαρά βιοποριστικούς σκοπούς, ενώ για την προσωπική του ευχαρίστηση συνέθετε ποιητικές συλλογές και διηγήματα, τα οποία ποτέ δεν επεχείρησε να εκδώσει.

 

Ζούσε εντελώς απομονωμένος, κλεισμένος τις περισσότερες ώρες στο νέο του διαμέρισμα και ξαναβρήκε συντροφιά και παρηγοριά στο αλκοόλ, το μόνο σύμμαχό του στην αγωνιώδη του προσπάθεια να την ξεχάσει. O Γιάννης τον επισκέπτονταν πότε – πότε και έκαναν μαζί πολύ βαθιές φιλοσοφικές και φιλολογικές συζητήσεις. Ήταν ψαγμένο άτομο και αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τον Μενέλαο. Μόλις εχθές το βράδυ συζήτησαν διεξοδικά το ζήτημα που τον απασχολούσε πάντα. Τη φύση της πραγματικότητας.

«Και ποιος μας διαβεβαιώνει ότι εμείς είμαστε πραγματικά εμείς και όχι το όνειρο κάποιου άλλου», τον ρώτησε, «αλλά και ποιος μας δεσμεύει να είμαστε εδώ και όχι κάπου αλλού;» Σαν βέλος που βρίσκει ακριβώς τον στόχο ήρθε η απάντηση του Γιάννη: «Ο Ίταλο Καλβίνο γράφει στις “Αόρατες Πόλεις” ότιΤο αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει.” Κι εσύ φίλε μου, μου φαίνεται ότι έχεις μοχθήσει και πονέσει αρκετά, αλλά οπωσδήποτε μάταια, σαν γενναίος και αφελής τυχοδιώκτης, για να κατακτήσεις το “πολύ” που λαχταρούσες πάντα. Δεν είναι καιρός να αρκεστείς στο λίγο πού είναι δικό σου;» Τον κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα: «Ίσως έχεις δίκιο Γιάννη. Ίσως δεν είμαι τίποτα περισσότερο από έναν αφελή ιδαλγό που ξιφουλκεί ενάντια σε σκιές και φαντάσματα. Ωστόσο έτσι ήμουν πάντα. Έτσι… δημιουργήθηκα. Τώρα το νοιώθω πως μεγαλώνω, και όλα μου τα όνειρα σβήνουν σαν ηχώ, στη φθοροποιό λαίλαπα του χρόνου. Αλλά όσο οι ρόδες των ανεμόμυλων εξακολουθούν να γυρίζουν, νομίζω ότι θα παραμένω ένας δονκιχωτικός κυνηγός τους.»

Σκέφτονταν τη χθεσινή τους συζήτηση και ξαφνικά από το ονειροπόλημα τον έβγαλε μια ξαφνική βροντή. Πλησίασε στο παράθυρο. Είχε ξεσπάσει μια βίαιη καταιγίδα λες και κάποιος συγγραφέας-δημιουργός έστηνε το κατάλληλο σκηνικό για ένα μυθιστόρημα μυστηρίου ή τρόμου. Ήταν πια παραμονή Πρωτοχρονιάς. Κοίταξε από το παράθυρο τα ολοφώτιστα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Οι άνθρωποι και οι ματαιοδοξίες τους! Γιορτάζουν την πρωτοχρονιά σα μια νέα αρχή, πιστεύοντας πραγματικά ότι το νέο έτος θα ‘ναι πιο ευτυχισμένο από το προηγούμενο. Λες και ήρθε ποτέ έστω κι ένα έτος ευτυχέστερο από το προηγούμενο! Λες και κάθε χρόνος που περνάει, κάθε μέρα, κάθε στιγμή δεν μας φέρνει πιο κοντά στο τέλος! Ανόητοι άνθρωποι! Κίβδηλοι και γλοιώδεις τυφλοπόντικες…

 

Κοίταξε τον τσαλακωμένο φάκελο που είχε ξεμείνει στην παλάμη του. Ένα αχνό, πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Έβαλε ένα ουίσκι και πήρε από το γραφείο του το περίεργο βιβλίο που του είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Κάθισε στον καναπέ μπροστά από το τζάκι. Άνοιξε τυχαία σε μια σελίδα και διάβασε:

 

«Επινοούσα κάθε τόσο έναν καινούργιο ήρωα και τον έριχνα σε μια περιπέτεια, συνήθως ψυχοφθόρα για εκείνον, δίχως κανέναν ενδοιασμό, χωρίς κανένα αίσθημα ενοχής. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν ο θεός-δημιουργός, κι αυτός η μαριονέτα την οποία εγώ κατευθύνω κινώντας τα νήματα.

Και τώρα, όλα γύρισαν εναντίον μου ίσως γιατί εκτός από τον θεό δημιουργό, τον μοχθηρό εξουσιαστή του γνωστού κόσμου, υπάρχει και κάποιος ανώτερος, στην εξουσία του οποίου υπάγεται και ο δημιουργός. Και ίσως και πάνω από εκείνον υπάρχει ένας άλλος πιο μεγάλος που κινεί τα δικά του νήματα, και πάει λέγοντας ώσπου η λαμπρότητα του θείου να σβήσει στη συμπαντική ή εξωσυμπαντική απόσταση.»

Ξανακοίταξε την επιστολή του συγγραφέα και διάβασε τις τελευταίες φράσεις του: Ένα τέλος δίχως τέλος, καθώς πάντα θα είναι για όλους εμάς μια I.C.

 

«Τώρα λοιπόν θα πρέπει εγώ με τη σειρά μου να αποφασίσω ποια θα είναι η κατάληξη αυτής της ιστορίας. Σαν παντοδύναμος θεός-δημιουργός ή σαν πανίσχυρος τύραννος που εξουσιάζει τις ζωές των άλλων, ελέγχοντας την με την ιδέα του θεού-δημιουργού.» Χαμογέλασε πικρά καθώς θυμήθηκε τη φράση του Σταντάλ: “Η πιο χρήσιμη ιδέα για τους τυράννους είναι η ιδέα του Θεού.

 

Κοίταξε το ρολόι. Ήταν ακριβώς μεσάνυχτα. Σήκωσε το σημειωματάριο του από το τραπεζάκι και πήρε στο χέρι μια πένα.

 

*

* *

 

Ο Οδυσσέας κοίταξε πάνω στο γραφείο του. Στο σημείο που ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο του, στο οποίο είχε καταγράψει την παρανοϊκή ιστορία του Μενέλαου. Το βιβλίο που όταν το έγραφε θεωρούσε αριστούργημα, το υπέρτατο δημιούργημα της ζωής του, κι όμως σε τόσα βάσανα τον είχε ρίξει. Κι όπως το έβλεπε από τον καναπέ, του φαίνονταν διαφορετικό. Πιο ογκώδες τώρα, πιο χοντρό το εξώφυλλο. Στην πραγματικότητα έμοιαζε με κάποιο δερματόδετο μεσαιωνικό βιβλίο! «Θα πρόκειται περί οφθαλμαπάτης» μονολόγησε, «το τρεμόπαιγμα της φλόγας και το αλκοόλ, αλλάζουν την εικόνα». Ήταν σίγουρος πια για την ψευδαίσθηση, μα τότε γιατί, άραγε σηκώθηκε, ανήσυχος και πλησίασε με το ποτήρι στο χέρι, το γραφείο του; Το βιβλίο που βρίσκονταν εκεί δεν ήταν το δικό του, σίγουρα όχι! Κοίταξε με αγωνία τον τίτλο. “Περί Αληθείας του Θεού και των Κόσμων”!

 

«Δεν είναι δυνατόν…αυτό το βιβλίο δεν υπάρχει…Δεν υπήρξε ποτέ. Είναι μια δική μου επινόηση και θα έπρεπε να βρίσκεται στο γραφείο κάποιου άλλου.» Χαμογέλασε αμήχανα. «Πώς συμπλέκεται ανεξέλεγκτα η πραγματικότητα με τη φαντασία», σκέφτηκε. Και ύστερα ανατρίχιασε. «Κι αν εγώ είμαι η φαντασία του Μενέλαου;» αναρωτήθηκε. Θυμήθηκε τότε το όνειρο του Τσουάνγκ Τσου, που είχε διαβάσει έφηβος ακόμη και τον είχε συγκλονίσει:

“…Ο φιλόσοφος Τσουάνγκ Τσου ονειρεύτηκε ότι ήταν μία πεταλούδα, και όταν ξύπνησε είπε ότι δεν ήξερε αν ήταν ο Τσουάνγκ Τσου που είχε ονειρευτεί πως ήταν πεταλούδα, ή αν ήταν μία πεταλούδα που τώρα ονειρευόταν πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου…”

 

Ο Οδυσσέας αναλογίστηκε τη σχετικότητα των πραγμάτων. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει την πραγματικότητα από τη φαντασία, τη μεγαλοφυΐα από την τρέλα, τη ζωή από το θάνατο. Ποιοι είμαστε εμείς για να αποφανθούμε ποιο είναι αλήθεια και ποιο ψευδαίσθηση; Στην πραγματικότητα, είμαστε βυθισμένοι στη σαμσάρα του κόσμου αυτού και καμωνόμαστε τους φιλοσόφους, τους ειδήμονες, τους επιστήμονες.

 

Υποκρινόμαστε πως κατέχουμε τα κλειδιά όχι μόνον της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και του άναρχου σύμπαντος κι έρχεται η ώρα που διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε στοιχειωδώς ούτε καν τις βαθύτερες σκέψεις και παρορμήσεις μας.

 

Βαδίζουμε, αλλά δεν παρατηρούμε. Κοιτάμε, αλλά δεν βλέπουμε. Ακούμε, όμως δεν καταλαβαίνουμε…Σκεφτόμαστε, κι η σκέψη μας δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα…

 

Συνηθίσαμε να αποδεχόμαστε την οδυνηρή ματαιότητα των πάντων, ωστόσο εξακολουθούμε να κονταροχτυπιόμαστε με τους ανεμόμυλους της ηρωικής μας ματαιοδοξίας.

 

Τι συμβαίνει τελικά; Είμαστε τόσο ηλίθιοι ή μήπως τραγικά ψεύτες; Άθλιοι συκοφάντες της Φύσης; Εξαπατητές του ίδιου μας του εαυτού;

 

Αποφάσισε τώρα ότι έπρεπε να αποδεχτεί την μόνη προφανή αλήθεια, ότι δεν γνωρίζει τίποτα. Την απλή αυτή αρχή που δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν είχε τόσο ευφυώς ανακοινώσει ο Σωκράτης. «Αποδέξου αυτή την αρχή» πρόσταξε τον εαυτό του «και σταμάτα πια να τυραννιέσαι. Τίποτα δεν έχει σημασία. Όλα αυτά είναι βαθιές φιλοσοφίες χωρίς καμιά αξία, χωρίς κανένα νόημα. Εκεί έξω είναι ο κόσμος. Αληθινός ή πλασματικός ποιος νοιάζεται; Όταν απολαμβάνεις τις ευωδιές του, γεύεσαι τους χυμούς του, τι σημασία έχει αν πρόκειται για όνειρο ή για όνειρο μέσα στο όνειρο;»

 

Από τον συλλογισμό του ήρθε τώρα να τον αποσπάσει ο ήχος του κουδουνιού της πόρτας. Γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τα εκεί. Μήπως το φαντάστηκε; Όχι το κουδούνι ήχησε για δεύτερη φορά. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Σχεδόν τρομοκρατήθηκε. Μα ποιος θα μπορούσε να τον επισκεφτεί μες στα άγρια μεσάνυχτα; Αυτόν έναν μοναχικό άνθρωπο, που εδώ και πέντε χρόνια δεν είχε δεχτεί κανέναν στο σπίτι του;

 

«Κι αν είναι αυτός;» σκέφτηκε και τα γόνατά του έτρεμαν. Καλύτερα να μην άνοιγε. Να έκανε πως δεν είναι σπίτι. Να κρατούσε την ανάσα του για όσο χρόνο χρειάζονταν μέχρι ο άγνωστος της νύχτας να έφευγε. Ναι, αυτό ήταν η πιο ασφαλής λύση. Όμως το κουδούνι ξαναχτύπησε, και πάλι και πάλι, και ήταν προφανές ότι ο νυχτερινός επισκέπτης δε θα έφευγε, ίσως γιατί γνώριζε καλά, πως ο Οδυσσέας ήταν μέσα. Ήξερε πως είχε λόγους για να μην ανοίγει, αλλά βρίσκονταν εκεί, με το καταϊδρωμένο κορμί του κολλημένο πάνω στην πόρτα του διαμερίσματος. Με το αυτί του τεντωμένο για να ακούσει κάποιον ήχο από έξω. Με το μάτι του βυθισμένο στο ματάκι της πόρτας προσπαθώντας να δει ποιος είναι. Δεν έβλεπε κανέναν. Ο “αόρατος άνθρωπος” εκεί έξω επέμενε.. Ήξερε πως ο Οδυσσέας ήταν σπίτι γιατί θα μπορούσε τώρα καθαρά να ακούσει, μέσα στη νυχτερινή ησυχία της πολυκατοικίας, τον οργιώδη χτύπο της καρδιάς του που δονούσε τη χοντρή πόρτα ασφαλείας του διαμερίσματος.

 

«Μα φυσικά! Τι βλάκας που είμαι. Ο χτύπος της καρδιάς μου θα πρέπει να ακούγεται πιο δυνατά κι απ’ αυτό το γαμημένο κουδούνι, που χτυπά νυχτιάτικα ένας “αόρατος άνθρωπος”», συλλογίστηκε ο Οδυσσέας. Κι έπειτα σιχτίρισε την ηλίθια δειλία του. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό του. Λες και δεν ήταν ο ίδιος που ζήτησε από τον Μενέλαο να του δώσει ένα αξιοπρεπές τέλος. Πριν λίγο καιρό δε θα λογάριαζε τίποτα. Θα άνοιγε με αποφασιστικότητα την πόρτα έστω κι αν την χτυπούσε κάποιος δαίμονας ακριβώς τη στιγμή που το μεγάλο ρολόι του τοίχου θα σήμαινε μεσάνυχτα. Και τώρα…

 

«Ασφαλώς, όλη αυτή η ιστορία έχει κλονίσει τα νεύρα μου…Και τώρα προσπαθώ να κερδίσω λίγο χρόνο παραπάνω από κάτι που είναι όμως αναπόδραστο. Χρόνος δεν υπάρχει παρά μονάχα γι’ αποφάσεις τολμηρές

Το κουδούνι ακούστηκε άλλη μια φορά και με μια απότομη κίνηση κατέβασε το χερούλι της πόρτας και την άνοιξε διάπλατα…

 

Η θέα που του αποκαλύφτηκε τον άφησε άναυδο. Δεν ήταν αυτός που φαντάστηκε. Ο δαιμονισμένος Μενέλαος με κάποια κοντόκανη στο χέρι να περιμένει τη μοιραία κίνησή του. Αντί γι’ αυτόν μια αιθέρια ύπαρξη στέκονταν τώρα στην πόρτα. Μια μελαχρινή νεαρή κοπέλα, με μάτια πράσινα σαν τον ωκεανό, μεγάλα σαν τον ωκεανό. Στέκονταν μπροστά του και τον κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια, τόσο έντονα, τόσο επίμονα που ένοιωσε να λιώνει μέσα του όλο το τείχος της απομόνωσης που με τόσο κόπο είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια.

 

Η φωνή του βγήκε αδύναμη και τραυλή:

 

- Παρακαλώ;

- Ο κ. Οδυσσέας; Ο κ. Οδυσσέας Κ;

- Ο ίδιος. Ποια είστε;

- Νόμιζα πως γνωρίζετε ποια είμαι, καλύτερα από μένα, αλλά φαίνεται ότι δεν είστε παρά άλλος ένας κούφιος άνθρωπος που υποκρίνεται τον σπουδαίο συγγραφέα

- Δεν καταλαβαίνω δεσποινίς, αντέδρασε κάπως απότομα στην προσβολή και η φλόγα στο κορμί και στην ψυχή του ατόνησε για λίγο.

- Μπορώ τουλάχιστον να περάσω μέσα; ρώτησε η άγνωστη γυναίκα.

- Περάστε, είπε διστακτικά, αλλά πιο καθησυχασμένος τώρα ο συγγραφέας.

 

Μπήκε μέσα σιωπηλά. Κατευθύνθηκε με άνεση προς το αναμμένο τζάκι και κάθισε στον καναπέ χωρίς να περιμένει –όπως επιβάλουν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς – την παρότρυνση του οικοδεσπότη.

 

Η φλόγα στο κορμί του Οδυσσέα άρχισε να φουντώνει ξανά. Την ακολούθησε. Έριξε ένα μεγάλο κούτσουρο στην ετοιμοθάνατη φωτιά, που αμέσως ανταποκρίθηκε με μια δυνατή, ζωηρή φλόγα και κάθισε δίπλα της, αρκετά κοντά της, με μια τόλμη που κάποτε θα τον φόβιζε.

 

- Λοιπόν; ψέλλισε ο Οδυσσέας.

- Λοιπόν, ήρθα να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας.

- Γνωριζόμαστε;

- Εσείς με γνωρίζετε πολύ καλά. Τουλάχιστον έτσι νομίζετε και διακηρύσσετε.

- Εξηγηθείτε, παρακαλώ, είπε, επιτηδευμένα θυμωμένος ο Οδυσσέας. Δεν σας έχω δει ποτέ ξανά στη ζωή μου.

- Στη ζωή σας ίσως. Αλλά στη φαντασία σας; Είστε σίγουρος πως δεν με έχετε ξαναδεί ποτέ;

 

Την κοίταξε έντονα. Η πυρκαγιά μέσα του φούντωνε και τώρα ήταν σίγουρος πως δεν επρόκειτο μόνο για πόθο αυτό που φλέγονταν μέσα του.

 

Τα μαλλιά της, μαύρα σαν το σκοτάδι της ψυχής του, σαν θανάσιμη αμαρτία, έπεφταν άναρχα πάνω στους ώμους της, σχηματίζοντας ακανόνιστες μπούκλες που τύλιγαν τον λαιμό της. Το στήθος της ρόδινο, σφιχτό και νεανικό, χωρίς να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ξεχείλιζε όμως, από το στενό μπούστο της μπλούζας της και προκαλούσε μια ιδιαίτερη αναστάτωση στον Οδυσσέα, που είχε πολλά χρόνια να βρεθεί επικίνδυνα κοντά σε μια τόσο θελκτική γυναίκα.

 

Κάθονταν στον καναπέ σταυροπόδι, και η φούστα είχε σηκωθεί αρκετά ψηλά αποκαλύπτοντας τον τέλειο μηρό της, εντούτοις όλα αυτά τα κάλυπτε μια παιδική αθωότητα που προκαλούσε στον Οδυσσέα ακόμα μεγαλύτερη διέγερση. Ασυναίσθητα σχεδόν έφερε το σώμα του κοντύτερα στην άγνωστη και το μυαλό του δούλευε τώρα στις πιο ψηλές στροφές.

 

- Είσαι Εκείνη, είπε τελικά, εγκαταλείποντας τον ανόητο πληθυντικό.

- Εκείνη;

- Εκείνη ναι. Εκείνη που με οδήγησε να γράψω όλη αυτή τη αλλόκοτη ιστορία. Εκείνη που με έκανε να συλλογιστώ, όλη την ιστορία της σχετικότητας…

- Ναι;…

- Εκείνη που με οδήγησε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο της τρέλας.

- Ω! Ώστε είστε δυσαρεστημένος μαζί μου;

- Να χαρείς, μίλα μου στον ενικό!

- Ώστε είσαι δυσαρεστημένος μαζί μου;

- Δυσαρεστημένος; Α, όχι δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο.

- Τότε να υποθέσω, ότι βρίσκεις γοητευτική την τρέλα;

- Μάλλον αναπόφευκτη…Και το χέρι του κινήθηκε προς τη μέση της.

Εκείνη τραβήχτηκε προς την άκρη του καναπέ. Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο υπόσχεση, και συνάμα διάψευση. Ο Οδυσσέας σα να άκουσε τα τύμπανα να ηχούν από μακριά.

 

- Είσαι μόνον ένας αχρείος υπάλληλος, του πέταξε.

- Υπάλληλος;

- Ένας δημόσιος υπάλληλος, ταγμένος στην υπηρεσία της κοινωνίας, βουτηγμένος όμως στη διαφθορά και την παρακμή.

- Και γιατί αυτό;

- Αρνείσαι ότι οι δημιουργίες σου απευθύνονται στη κοινωνία;

- Πώς όχι; Αλλά τι μ’ αυτό;

- Έγραψες ποτέ ένα βιβλίο μόνο για σένα;

- Ε…, φυσικά. Όλοι οι συγγραφείς γράφουν κάποια πράγματα για τον εαυτό τους.

- Φαντάζομαι ότι δεν τόλμησες ποτέ να το εκδόσεις.

- Η αλήθεια είναι πως…Όχι. Και λοιπόν;

- Σ’ αρέσει μόνο, να εκθέτεις τις αδυναμίες των άλλων, έτσι: Τους δίνεις ψεύτικα ονόματα, ψεύτικα πρόσωπα, ψεύτικες ζωές, και ύστερα τους παραδίνεις βορά στην αδηφάγο όρεξη του χυδαίου κοινού…

 

Την κοίταξε, έκπληκτος. Τα λόγια της βρήκαν ακριβώς στόχο. Ήταν κάτι που ένιωθε εδώ και καιρό, ως ένα αίσθημα έλλειψης, αλλά δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια. Προσπάθησε ν’ ανακτήσει την ψυχραιμία του. Ο πόθος για άλλη μια φορά υποχωρούσε…

 

- Μα πως μπορείς να τα λες όλ’ αυτά; Δεν είσαι παρά μια φαντασίωση. Ένας επινοημένος από τον συγγραφέα χαρακτήρας. Μια χάρτινη ηρωίδα ενός λίγο σαλεμένου μυαλού. Ζεις μόνο, για όσο διαρκεί η συγγραφή αυτού του βιβλίου.

- Εδώ είναι το λάθος σου, συγγραφέα. Ζω, όσο διαρκεί η ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Κι εσύ, με τη…σαλεμένη τέχνη σου, φρόντισες η ανάγνωση αυτού του βιβλίου, να μη τελειώνει ποτέ…Εγώ γεννήθηκα από σένα. Πήρα σάρκα από τη σάρκα σου και πνοή από τα όνειρά σου. Μόνο που εγώ θα ζω για πάντα, κακόμοιρε συγγραφέα μου. Εσύ θα πεθάνεις, θα γίνεις τίποτα κι εγώ θα υπάρχω ακόμη, ίσως αιώνια, κι αν εσύ δεν ξεχαστείς, θα το χρωστάς μόνο σ’ εμένα!

- Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου…

- Είναι η ιδέα που εσύ μου έδωσες. Αλήθεια περίμενες ποτέ το δημιούργημα, να ξεπεράσει τον δημιουργό του;

 

Ο Οδυσσέας ένιωθε τώρα μεγάλο εκνευρισμό. Τόση ώρα γυρόφερνε στην παλάμη του το άδειο ποτήρι. Η επίδραση του αλκοόλ είχε περάσει. Ήταν ώρα να το ξαναγεμίσει.

 

- Θα πιεις κάτι;

- Ό,τι πίνεις, του είπε μ’ ένα προκλητικό βλέμμα.

 

Γέμισε το ποτήρι του με ουίσκι κι έβαλε ακόμη ένα. Της το πρόσφερε. Τα δάχτυλα της -ακούσια άραγε;- χάιδεψαν τα δικά του. Έφερε το ποτήρι στα χείλη και τον κοίταξε μ’ εκείνο το γεμάτο υπόσχεση και λαγνεία βλέμμα των γυναικών που προκαλεί την έκκριση της τεστοστερόνης των αρσενικών.

 

- Δεν μπορεί να συμβαίνουν όλα τούτα στ’ αλήθεια, είπε ο Οδυσσέας.

- Ποια είναι η αλήθεια, είπε εκείνη.

- Η αλήθεια; Δεν ξέρω, ομολόγησε ο Οδυσσέας επιχειρώντας αργά να καταπιεί μια μεγάλη γουλιά απ’ το ποτό του.

- Ώστε λοιπόν δεν διάβασες το βιβλίο του Μενέλαου;

 

Κόντεψε να πνιγεί. Μεγάλη ποσότητα ουίσκι τινάχτηκε από το στόμα του και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του.

 

- …Τι είπες;

- Είπα για το βιβλίο του Μενέλαου, χαμογέλασε ειρωνικά εκείνη…

- Κι όμως ξέρεις καλά…το βλέπεις…είναι δικό μου βιβλίο!

- Μόλις πριν λίγο αναρωτήθηκες πώς βρέθηκε πάνω στο γραφείο σου…

- Γιατί πριν πέντε χρόνια του το έστειλα με μια αφιέρωση…

- Ή μήπως συνέβη το αντίθετο; είπε εκείνη…

 

Ήπιε με ανεξέλεγκτη δίψα, ανέκτησε την ψυχραιμία του και την κοίταξε με τον πόθο να σπινθηρίζει ξανά στο βλέμμα του.

 

- Δεν ξέρω αν είσαι αλήθεια ή ψευδαίσθηση, είπε. Δεν ξέρω αν είσαι αληθινή ή αποκύημα της διαταραγμένης μου φαντασίας, αλλά σε θέλω, τώρα, πάνω σ’ αυτόν τον καναπέ…

- Έτσι οι σπουδαίοι συγγραφείς καταλήγουν ανέμπνευστοι, είπε εκείνη... Πηδάνε τη φαντασία τους!

Την κοίταζε τώρα σα βλάκας. Η χάρτινη ηρωίδα του, τον είχε βάλει στη θέση του. Ξαφνικά, κατάλαβε… Εκείνος την είχε στείλει. Ν’ ανάψει τον πόθο του και μετά να τον απαξιώσει. Να τον μεταχειριστεί σα σκουπίδι. Σαν ένα χάρτινο ήρωα, όπως είχε κι εκείνος κάνει μαζί τους. Η εκδίκηση του Μενέλαου δεν ήταν αυτό που ένας άνθρωπος θα φανταζόταν. Δεν περιείχε φυσική βία, αίμα, φόνο. Ήταν μια πνευματική δολοφονία, αλλά τόσο αριστοτεχνικά σχεδιασμένη, ώστε θα τη ζήλευε ακόμη και ο Ρέημοντ Τσάντλερ.

 

Ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά καθώς θυμήθηκε τον δεύτερο φάκελο. Είχαν περάσει ακριβώς πέντε χρόνια από εκείνη τη νύχτα που “γενναιόδωρα” δήθεν είχε προσφέρει στον Μενέλαο την “ελευθερία” του. Στην πραγματικότητα τον εξέθεσε στον απόλυτο τρόμο. Έπλασε έναν ψεύτικο ήρωα, στη συνέχεια με δόλο του αποκάλυψε τον τρόπο να γίνει πραγματικός έτσι ώστε ο ίδιος να καρπωθεί την αθανασία του. Τώρα ο Μενέλαος θα γερνούσε, θα υπέφερε, θα έβρισκε «ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ», ενώ εκείνος θα υπήρχε παντοτινά στην ασφάλεια ενός αναλλοίωτου από τον χρόνο μυθιστορήματος. Ο ίδιος ο δημιουργός παγίδεψε το δημιούργημά του, βοηθώντας το να βρει την Πύλη που περνώντας την θα τον έκανε από χάρτινο ήρωα, πραγματικό άνθρωπο με σάρκα και οστά και ταυτόχρονα θα αφθαρτοποιούσε τον συγγραφέα. Ο Μενέλαος ήταν για εκείνον ότι ήταν για τον Ντόριαν Γκρέι ο πίνακας με το πορτραίτο του. Ανατρίχιασε όταν θυμήθηκε το τραγικό τέλος του Ντόριαν…

 

Πόσο υποκριτικά ζητούσε από τον Μενέλαο να του χαρίσει ένα αξιοπρεπές τέλος, γνωρίζοντας ωστόσο καλά ό,τι κανένας θάνατος δεν είναι πραγματικός και οριστικός στις σελίδες ενός βιβλίου, αφού ο ήρωας ξαναζεί από την αρχή, σαν να μη πέθανε ποτέ, σε κάθε καινούργια ανάγνωση.

Είχε καταστρώσει τέλεια το σχέδιο του. Έτσι τουλάχιστον πίστευε. Χρόνια ολόκληρα μελετούσε για την επιτυχία του παρανοϊκού του σκοπού. Η Ελένη είχε ζήσει εκεί έξω. Ώσπου τον ικέτευε κάθε βράδυ στα όνειρά του να τη φέρει πίσω. Τίποτα δεν θα την έπειθε να ξαναγυρίσει εκεί έξω. Στον τρόμο και το σκοτάδι της πραγματικότητας. Τίποτε απολύτως. Ούτε ο ισχυρότερος έρωτας για τον Μενέλαο. Και ο φουκαράς ο Μενέλαος… Ποτέ δεν θα κατάφερνε μόνος του να γυρίσει πίσω και να τον απειλήσει. Όλα ήταν τέλεια. Κι όμως… Ήταν προφανές ότι έκανε λάθος στις εκτιμήσεις του. Αυτή η κοπέλα που στέκονταν μπροστά του ήταν η ζωντανή(;) απόδειξη ότι ο Μενέλαος βρήκε τον τρόπο όχι μόνο να ξαναβρεί την Ελένη, αλλά και να ξαναέρθει σε επαφή μαζί του, χωρίς ο ίδιος ο Οδυσσέας να το θελήσει…Ή μήπως το θέλησε. Κι αν όχι γιατί ζούσε εδώ και πέντε χρόνια τόσο απομονωμένος; Τόσο δυστυχισμένος; Γιατί είχε ανάγκη ένα μπουκάλι ουίσκι την ημέρα για να παύει να σκέφτεται το κακό που έκανε σ’ αυτά τα δυο παιδιά. Γιατί ακόμη και παραδομένος στην αναισθητική μέθη του αλκοόλ, και στις αγκαλιές των διαφόρων γυναικών της μιας βραδιάς, δεν μπορούσε να γλιτώσει από τις ερινύες; Γιατί κάθε φορά που άκουγε βήματα έξω από το διαμέρισμά του έτρεμε μήπως εκείνος τον είχε ανακαλύψει; Που στο διάολο ήταν η ευτυχία που τόσο αλαζονικά είχε τάξει στον εαυτό του;

Καλύτερα να πηγαίνω…είναι αργά, ψιθύρισε η Ελένη, λες και διάβαζε τις σκέψεις του.

- Ναι…μάλλον…

Κι όμως, τον κοίταζε ακόμη μ’ ένα τόσο περίεργο βλέμμα… Δεν ήταν μίσος, εκδίκηση, περιφρόνηση, αυτό που διάβαζε στα μεγάλα, πράσινα μάτια της. Ήταν κατανόηση, αλληλεγγύη, και -κυρίως- υπόσχεση. Αυτή η γυναίκα ήταν δική του. Ήταν δικιά του κόρη και θα μπορούσε να γίνει και δική του ερωμένη. Αυτός ήταν ο δημιουργός της. Αυτός θα ήταν και ο εξουσιαστής της.

 

- Ωστόσο…, επεχείρησε ν’ αλλάξει τα δεδομένα ο Οδυσσέας.

- Ωστόσο τι;

- Δεν μου εξήγησες ακόμη πώς τα καταφέρατε.

Εκείνη έβαλε τα γέλια.

- Γιατί γελάς, λοιπόν;

- Το σχέδιο σου, συγγραφέα, ήταν πράγματι μεγαλοφυές. Ένα βήμα πριν την τελειότητα.

- Ένα βήμα πριν; Τι δεν πρόβλεψα σωστά;

- Σκέφτηκες τα πάντα εκτός από ένα. Υπάρχει κάτι που μπορεί να νικήσει τον χρόνο.

- Και ποιο είναι αυτό;

- Η αγάπη. Η αγάπη μπορεί να νικήσει τον χρόνο…

 

Δεν συγκρατήθηκε άλλο. Με το χέρι του αγκάλιασε τους ώμους της. Ένοιωσε το ρίγος της και μια φωτιά που έκαιγε κάτω από το δέρμα της, φλογίζοντας τα ακροδάχτυλά του.

Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα, πυρακτωμένα, κι έπρεπε να τα γευτεί. Μα καθώς έσκυψε πάνω της, εκείνη με μια βίαιη κίνηση τον έσπρωξε μακριά.

 

- Συγγνώμη…πρέπει να φύγω τώρα, είπε.

 

Κι έτσι ξαφνικά σηκώθηκε από τον καναπέ, αποσπάστηκε από τη μαγική θαλπωρή του τζακιού και ακούμπησε απαλά το ποτήρι με το γλυκό δωδεκάρι ουίσκι στο τραπεζάκι του σαλονιού. Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που θα μπορούσε να έλεγε: «Μη με ενοχλήσεις ποτέ ξανά», αλλά εξίσου θα μπορούσε να ικέτευε: «μη μ’ αφήνεις να φύγω· πάρε με τώρα. Κάνε με δική σου…Κάνε με αληθινή…Κάνε με αθάνατη.»

 

Το μεγάλο ρολόι του τοίχου έδειχνε 12:15. Η ώρα των ανθρώπων τρέχει συνήθως με ρυθμούς πανικόβλητους, απάνθρωπους…Τώρα έμοιαζε να σέρνεται, παγιδευμένη στο απύθμενο κενό του χωροχρόνου που ο ίδιος είχε κάποτε, με τόση αφροσύνη, δημιουργήσει.

 

Η Ελένη βάδισε αργά προς την πόρτα. Εκείνος γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Σωριάστηκε στον καναπέ απέναντι στο τζάκι και πήρε στο χέρι το ποτήρι με το υπόλοιπο ουίσκι. Το άδειασε με μια τελευταία, άπληστη γουλιά, προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά μέσα του. Ύστερα το βλέμμα του καρφώθηκε στις φλόγες. Νόμισε ότι κάποιο μυστικό μήνυμα ήθελαν να του μεταφέρουν, αλλά δεν μπορούσε να το αποκωδικοποιήσει.

 

Συγκεντρώθηκε περισσότερο. Απόλυτα. Κι εν τέλει μια μεγάλη έκρηξη πλημμύρισε το νου του με φως. «Ποια είναι η αλήθεια;» Ο κώδικας έσπασε. «Όσο διαρκεί η ανάγνωση…Οι φλόγες στο τζάκι, η αλήθεια. Η αγάπη. Amor omnia, Γερτρούδη. “Η αγάπη τα πάντα”, τώρα ξέρω, τώρα βλέπω, ο κώδικας…το τέλος»…..………………..…………………………………….

 

*

* *

 

Καθώς στέκονταν από πίσω του, τα χέρια της χάιδευαν τον λαιμό του μ’ έναν τόσο τρυφερό και συνάμα αισθησιακό τρόπο. Άρπαξε το μπράτσο της και την τράβηξε με δύναμη στην αγκαλιά του. Τη φίλησε παράφορα κι εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου. «Πόσο λαχταρούσα αυτή τη στιγμή όλο αυτόν τον καιρό» σκέφτηκε κι ένοιωσε εντελώς ηλίθιος που ξόδεψε πέντε ολόκληρα χρόνια προτιμώντας το κυνήγι μιας υποκειμενικής πραγματικότητας, η οποία δεν θα μπορούσε να αποτελεί παρά μόνο -στην καλύτερη περίπτωση- μια εκδοχή της αλήθειας, και μάλιστα την πιο πεζή και ανούσια, αντί να χαίρεται αδιάκοπα την ηδονή αυτής της θείας προσφοράς.

- Λοιπόν, τι έγινε μ’ εκείνον; ρώτησε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.

- Δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει ξανά, αγάπη μου. Ποτέ! Είμαστε ελεύθεροι…

 

Αυτό που τους συνέδεε πλέον, το καταλάβαινε πολύ καλά ο Μενέλαος., αν και δεν μπορούσε με λόγια να το εκφράσει, ήταν πολύ περισσότερο από ένα πεζό σαρκικό πάθος. Και η ερωτική τους ένωση θα αποτελούσε τώρα απλώς την εξωτερίκευση ενός έρωτα βαθύτερου, μυστικιστικού, αρχέγονου.

 

Οι σκέψεις αυτές του προξένησαν ένα δυσάρεστο συναίσθημα, τέτοιο που δεν θα έπρεπε να έχει καμιά θέση αυτή τη στιγμή στην ψυχή του. Ένα σφίξιμο στο στομάχι, ρίγος και μια υποψία εφίδρωσης τον κυρίευαν και ο Μενέλαος γνώριζε πολύ καλά αυτό το συναίσθημα…Φόβος! «Μα τι στο διάολο» σκέφτηκε, «από πού κι ως πού; Είναι τόσο παράλογο…»

 

Η Ελένη συνέχιζε να εξερευνά το σώμα του και είχε αυτή τώρα την πρωτοβουλία καθώς εκείνος ήταν αρκετά απασχολημένος με την αντιμετώπιση του ξαφνικού του κολλήματος. «Ευτυχώς», είπε μέσα του, «δεν φαίνεται να έχει επίπτωση στις φυσικές μου λειτουργίες» ωστόσο γνώριζε πώς αυτή την ένωση έπρεπε, ήθελε, όσο καμιά άλλη να τη ζήσει με την πλήρη παρουσία του. Με όλες του τις αισθήσεις. Να δοθεί ολόκληρος, σώματι και πνεύματι, και όσο ο ανεξήγητος φόβος τον κυρίευε δεν θα μπορούσε να αποσπάσει το μυαλό του απ’ αυτόν.

Χάιδευε μάλλον αφηρημένα την εξαίσια γυμνή της πλάτη και οι φλόγες στο τζάκι τρεμόπαιζαν. Το ίδιο ερεθιστικές, το ίδιο αρχέγονες όσο και ο έρωτάς του για αυτή την παράξενη κοπέλα που γεύονταν άπληστα κάθε σημείο του γυμνού του σώματος. Και ξαφνικά κατάλαβε.

 

Η γυμνή σάρκα, η φωτιά, ο Έρωτας, ο Φόβος. Όλα σ’ ένα πολύχρωμο σύμπλεγμα στο βάθος των αιώνων. Όλα γύριζαν τώρα σαν ένας φωτεινός δίσκος με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Η Ελένη είχε ανέβει πάνω του και ένιωσε να βυθίζεται μέσα της σε μια διείσδυση τόσο απολαυστική που παραλίγο να τον αποσπάσει από τον παράδοξο διαλογισμό του.

 

Εκείνη κινούνταν όλο και πιο βίαια πάνω του και ο δίσκος γυρνούσε όλο και πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα έτσι που τα χρώματα πάνω του συγχέονταν το ένα με το άλλο και σε λίγο δεν έβλεπε παρά μόνον το απόλυτο λευκό, και τον έπιασε ένας ίλιγγος τόσο γλυκός και ηδονικός που ευχήθηκε μέσα του να μη τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή.

 

Τα βογκητά της μόλις έφταναν στ’ αυτιά του γιατί τον πλημμύριζαν εξωτικές μουσικές από μουντά μουσικά όργανα. Τα μάτια του θα πρέπει να ήταν κλειστά όμως χιλιάδες εικόνες περνούσαν μπροστά απ’ το λευκό φόντο του δίσκου, κρατούσαν για κλάσματα του δευτερολέπτου σαν κινηματογραφικά καρέ, κι όμως προλάβαινε όλες να τις εντυπώσει και να τις αναλύσει. Έτρεμε από σαρκική ηδονή και συνάμα από αυτόν τον παράξενο, λυτρωτικό φόβο και καταλάβαινε ότι τα πιο σκοτεινά κομμάτια του εαυτού του, τώρα έρχονταν στην επιφάνεια. Με απίστευτη ορμή εκτινάσσονταν από τα μύχια του μυαλού του και τον καταλάμβαναν ολοκληρωτικά, Omnis una manet nox, ένοιωθε να αλλάζει, να μεταμορφώνεται από τα μέσα προς τα έξω, και ίσως τώρα και η όψη του να είναι πολύ διαφορετική, απίστευτα τρομακτική σαν αρχαίου δαίμονα ή ίσως και μοναδικά όμορφη, αγγελική και άνοιξε τα μάτια του για λίγο, να μπορέσει να δει το πρόσωπο της , γιατί, σκέφτηκε, κι αυτή ίσως να έχει αλλάξει τώρα, “όλα είναι στο μυαλό”, το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και φωτεινό, όπως οι φλόγες στο τζάκι, αλλά δεν είχε καμιά συγκεκριμένη μορφή, γιατί το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του άλλαζαν διαρκώς και πότε έμοιαζε με πανέμορφο ξωτικό, πότε με σατανική δαιμόνισσα, πότε μωρό και πότε γριά, πότε ένοιωθε την ιδρωμένη σάρκα της και πότε αυτή εξαϋλώνονταν κι έμοιαζε να κάνει έρωτα μ’ ένα αερικό ή μια πνοή ανέμου ή με το ίδιο το θείο Πνεύμα.

 

Γιατί έτσι την έβλεπε τώρα σαν την αρχαία θεά, την στοργική Μητέρα, την αθώα Αδελφή, την ακόρεστη Ερωμένη. Και αυτή με κάθε μια ιδιότητα χωριστά και με όλες ενωμένες μαζί, του πρόσφερε εκεί στον καναπέ, μπροστά στο τζάκι, την πραγματική ένωση με το θείο, το πολύτιμο ελιξίριο της αθανασίας, για το οποίο τόσος ιδρώτας και αίμα χύθηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας.

 

Και φαντάστηκε τότε τον εαυτό του σαν τον αρχαίο ιερέα κάποιας παγανιστικής θρησκείας, που επικοινωνεί με την άφατη ουσία του θεού. Σαν πανύψηλο Φαύνο που αποθεώνει τον ορμέμφυτο Διόνυσο. «Πρόκειται για τελετή» σκέφτηκε «και αυτή είναι η ώρα της θυσίας.»

 

Θυμήθηκε την βραδιά που πρωτοείδε την Ελένη, τα γεγονότα που ακολούθησαν. Συνειδητοποίησε τώρα πως με κάποιον τρόπο είχε την πρώτη του επαφή με αυτό που θα ακολουθούσε. Το κενό του χωροχρόνου που είχε βιώσει, ήταν η πρώτη γεύση του περάσματός του σε μιαν άλλη διάσταση. Και το πέρασμα αυτό συντελούνταν τώρα, μέσω αυτής της οργιαστικής τελετής, μέσω της ένωσής του με τη Φωτιά, τον Έρωτα και τον Φόβο. Και αυτή η κοπέλα ήταν μέρος της θείας ουσίας, στην οποία κι ο ίδιος συμμετείχε και σε λίγο θα ρευστοποιούνταν πλήρως μέσα της.

 

Και φώτισε τότε η Αλήθεια τον συσκοτισμένο ως τα τώρα νου του. Ό,τι γνώριζε, ό,τι νόμιζε αληθινό ως σήμερα, έδειχνε πια τόσο άδειο, τόσο μάταιο, «αν η αλήθεια σου δεν είναι η δική μου, ποιανού είναι;», όλες οι φιλοσοφίες που είχε συλλέξει δεν ήταν παρά ένα ψέμα, μια σαμσάρα, ένα πέπλο που κάλυπτε την πραγματικότητα, παραπλανούσε τον παρατηρητή και έκρυβε την Αλήθεια.

 

«Πραγματικά αυτή εδώ η στιγμή», σκέφτηκε, «είναι η έξοδος από τη Λήθη. Είναι η μεγάλη θυσία της προσωπικότητας στην ένωσή της με τη συμπαντική Αλήθεια.» Άφησε τον εαυτό του να επιπλεύσει στον ενιαίο χωροχρόνο. Και ταξίδεψε πίσω:

 

- Άργησες

- Δεν ήξερα αν πρέπει να έρθω

- Φοβήθηκες;

- Πολύ!

- Αυτό θα πει ότι θυμήθηκες.

- Βρήκα ένα λουλούδι. Μου το είχε δώσει…

- Πριν πολλά χρόνια

- Πριν αιώνες ίσως!

- Πριν αιώνες, ναι…

- Πώς βρήκες το τηλέφωνό μου;

- Σου το είπα. Η Καίτη μου το έδωσε…

Τον κοίταζε ίσια στα μάτια. Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα. «Είναι όμορφη σαν όνειρο», σκέφτηκε.

- Τι σκέφτεσαι;

- Είσαι όμορφη σαν όνειρο…

- Αλλά με φοβάσαι.

- Γιατί μου τηλεφώνησες;

- Δεν ξέρω! Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς…

- Είναι όλα τόσο παράξενα. Ήλπιζα ότι θα με βοηθούσες…

- Γιατί με ξέχασες;

-

- Όμως σου είχα πει να με θυμάσαι!

 

Έφτανε η ώρα της κορύφωσης και για τους δυο, το ένοιωθε από τους σπασμούς της Ελένης κι από τη δική του πλημμυρίδα ηδονής που λίγωνε το στόμα του, «τώρα θυμάμαι…το λουλούδι, το ρολόι, το κλειδί, η μορφή της, το όνειρο», το σκοτάδι μέσα του φούντωνε, «ήρθε η ώρα της μεγάλης πράξης» σκέφτηκε, «η οριστική λύτρωση από το Ψεύδος». Το χέρι του απλώθηκε προς το τραπεζάκι δίπλα του. «Τελικά, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που πραγματικά είσαι…» Τα δάχτυλά του ψηλάφισαν την κρύα λάμα του κυνηγετικού μαχαιριού. «Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει να χάσει τίποτα…»

Αναρίγησε. Με αποφασιστικότητα έσφιξε τη λαβή και σήκωσε το χέρι του.

 

Η Ελένη είχε χώσει τα νύχια της στον λαιμό του και κραύγαζε τον οργασμό της. Μια απέραντη θάλασσα από χυμούς ανέβαινε από τα τρίσβαθα του αιώνιου μυστηρίου της και ο Μενέλαος άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε μια συγκλονιστική ερωτική έκρηξη που μεταστοιχείωσε όλο του το είναι. «Το μόνο που ήθελα ήταν μια φυσιολογική ζωή…Τίποτα περισσότερο…»

Με την απόλυτη ψυχρότητά της, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, η χαλύβδινη λάμα έλαμψε στην τρεμάμενη πυρά του τζακιού και το αίμα ξεπήδησε βαθυκόκκινο, ολοκληρώνοντας ή καθαγιάζοντας την Τελετή με την υπέρτατη θυσία του.

 

Όλα σκοτείνιασαν…………………………………………...

 

*

* *

 

Ο Οδυσσέας πετάχτηκε έντρομος και καταϊδρωμένος από τον καναπέ του σαλονιού του. Αλαφιασμένος κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να συνέλθει. Ήταν μόνος του, ως συνήθως στο σαλόνι, μπροστά από το τζάκι, του οποίου η φλόγα τρεμόσβηνε τώρα λόγω της έλλειψης καύσιμης ύλης. Ένα ποτήρι ήταν πεσμένο στο χαλί μπροστά στον καναπέ, και λίγο παραπέρα στο τραπεζάκι, πεσμένο κι αυτό, το άδειο μπουκάλι από το ουίσκι, άρχισε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

 

«Θεέ μου» ψιθύρισε… «τι εφιάλτης ήταν αυτός;» Τόσο έντονος και διαυγής που θα ορκίζονταν ότι όλα αυτά τα έζησε πραγματικά. Βυθίστηκε πάλι στον καναπέ προσπαθώντας να συνέλθει και να σκεφτεί λογικά. «Το αλκοόλ έκανε πάλι τη δουλειά του» μονολόγησε χαμογελώντας πικρά. Ανασηκώθηκε λίγο και τεντώνοντας το χέρι του έπιασε ένα χοντρό κομμάτι ξύλο και το έριξε στη φωτιά, η οποία σύντομα αναζωπυρώθηκε.

 

Αναλογιζότανε τώρα, όλα όσα είχε δει στον εφιάλτη του. Ίσως η Αλήθεια είναι πραγματικά τόσο επικίνδυνη…και τόσο ηδονική. Ίσως πραγματικά η βίωσή της να απαιτεί την υπέρτατη θυσία. Όμως ο θάνατος… ο θάνατος είναι πάντα τρομερός. Πάντα οριστικός. Και τόσο άδικος για να μπορέσει να τον αποδεχτεί ο ανθρώπινος νους. Ο αιμοβόρος θεός-δημιουργός προίκισε μόνο τον άνθρωπο με συνείδηση. Είναι –ίσως – το μοναδικό ον που μπορεί και συνειδητοποιεί την προσωρινότητα της ύπαρξής του. Το φρικτό και άτροπο τέλος του. Κι όμως τόσο άσπλαχνα του κληροδότησε συνάμα, τη φοβερή νόσο του θανάτου, θαρρείς και ήθελε να τον βλέπει “ανδρείκελο στης μοίρας τα δυο τυφλά χέρια” να υποφέρει και να πονά Και τοποθέτησε φύλακα-Κέρβερο, τον χρόνο, τον χειρότερο εχθρό του ανθρώπινου γένους, για να σαρώνει με την συντριπτική του αδιαφορία, κάθε δημιουργία του, κάθε ελπίδα του, κάθε του προσπάθεια να υπερβεί τη θνητή του φύση. Τα έργα των ανθρώπων είναι μάταια και εφήμερα, καταδικασμένα να καταβροχθιστούν από τον φοβερό Χρόνο-Κρόνο, όπως καταβρόχθιζε εκείνος ο πανάρχαιος τα παιδιά του.

 

Όλα λοιπόν μάταια; Όλα χωρίς νόημα; Η ζωή χωρίς νόημα; Όμως όπως δίδαξε κι ο Νίτσε “Νόημα στη ζωή είναι η απάντηση του γιατί“. Κι ο Οδυσσέας αγωνίστηκε για ν’ απαντήσει σ’ αυτό το γιατί. Έκανε τόσα σχέδια για να αποδράσει από τα νύχια του πεπρωμένου. Ωστόσο ποιος κατάφερε να νικήσει τον χρόνο-θάνατο; Ποιος κατατρόπωσε τη φθορά και την ανυπαρξία; Ο Φάουστ συνετρίβη κάτω από το αμείλικτο βάρος της αναγκαιότητας. Και ο Ντόριαν Γκρέι επίσης. Και τόσοι άλλοι ομοίως. Κι έμενε μόνο μια θολή φιγούρα στα βάθη της (μυθ-)ιστορίας, κάποιος σοφός ραβίνος, από τη Ναζαρέτ, που τάχα “θανάτω θάνατον πατήσας” και λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από την τραγική συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, μόνο που η λύτρωση αυτή έρχεται αποκλειστικά και υποχρεωτικά μετά τον θάνατο! Ποιος αλήθεια με χαρά θα αφήσει αυτή την τόσο γλυκιά – παρά τα βάσανα – ζωή, για να κυνηγήσει μια χίμαιρα, μια αόριστη υπόσχεση μεταθανάτιας ζωής; Μεταθανάτια ζωή! Ειρωνική αντίφαση…Το ζήτημα είναι να διασφαλίσεις την διαιώνιση αυτής της ζωής. Και εκείνος βρήκε τον τρόπο. Έτσι νόμισε. Και για καιρό αντιμετώπιζε αλαζονικά τις φράσεις του Τζων Μπαρθ: Τι νόημα έχει κι αν ζήσει κανείς εφτά χρονάκια μόνο ή εβδομήντα; Τα χρόνια του ανθρώπου δεν είναι παρά ένα βλεφάρισμα μες στην αιωνιότητα, κι όπως και να τα ‘χει ξοδέψει ψοφάει όπως το κουνούπι μόλις τελειώσει η μέρα, και τ’ άστρα συνεχίζουνε αδιάφορα τον δρόμο τους. Εκείνος θα ζούσε όχι εφτά, όχι εβδομήντα, όχι εφτακόσια χρόνια, αλλά για πάντα. Θα διαρκούσε στην αιωνιότητα, αδιάφορος κι αυτός συνταξιδιώτης των αδιάφορων άστρων.

Ποια θέση λοιπόν είχε στη σκέψη του η “υπέρτατη θυσία”; Μια ανοησία που φέρνει από το παράθυρο τον θάνατο που με τόσο κόπο έδιωξε από την πόρτα;

 

Έδιωξε γρήγορα, φοβισμένος, αυτή τη σκέψη.

 

Ένοιωθε εξαντλημένος. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν 12:30 μετά τα μεσάνυχτα. «Περίεργο» σκέφτηκε. «Θα ορκιζόμουν πως κοιμάμαι ώρες!» Ξανακοίταξε το ρολόι, τρίβοντας τα μάτια του.

 

«Άλλο ένα χρονικό κενό στην ιστορία», ειρωνεύτηκε τον εαυτό του.

 

Σηκώθηκε αργά και τοποθέτησε το προφυλακτικό κάλυμμα του τζακιού. Έπρεπε να πέσει για ύπνο.

 

Ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι και ένα ρίγος, και σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του έκαναν θριαμβευτικά την εμφάνισή τους. Στεκόταν εκεί άναυδος κοιτώντας το τσαλακωμένο χαρτί δίπλα από το τραπεζάκι του καναπέ. Έσκυψε διστακτικά και το σήκωσε. Το ξετύλιξε με χέρια που έτρεμαν:

 

Η Interna Corporis έλαβε τέλος. Ένα τέλος δίχως τέλος, καθώς πάντα θα είναι για όλους εμάς μια I.C.”

 

Γύρισε το κεφάλι προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήταν μισάνοιχτη κι ένα απαλό γαλάζιο φως έβγαινε από το εσωτερικό. «Το πορτατίφ είναι αναμμένο» είπε σαν για να ενημερώσει τον εαυτό του.

 

Με αργές κινήσεις κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Δεν ήθελε να μπει. Πίεσε τον εαυτό του. Έσπρωξε την πόρτα και μισάνοιξε τα μάτια του. Το κρεβάτι του ήταν λουσμένο στο μπλε φως από το πορτατίφ του. Το σεντόνι ήταν μισοτραβηγμένο και σκέπαζε ένα γυναικείο, νεανικό κορμί μέχρι τη μέση.

 

Γύρισε στο σαλόνι. Άνοιξε το παράθυρο. Ο κρύος άνεμος του Δεκέμβρη μαστίγωσε τα μάγουλά του. Το πυκνό σκοτάδι διέκοπταν τα πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που αναβόσβηναν ρυθμικά στα γειτονικά μπαλκόνια. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, «non omnis moriar», σκέφτηκε και ρίχτηκε στο κενό. Η σκοτεινή νύχτα τον αγκάλιασε με τη θανατηφόρα στοργή της.

 

*

* *

 

Ήταν γυρισμένη προς τον τοίχο με την πλάτη της γυμνή και τα υπέροχα μαλλιά της έπεφταν ατημέλητα σε μπούκλες γύρω από τον λαιμό και στους ώμους της. Ο Μενέλαος έτρεμε σύγκορμος. Αυτή η γυμνή πλάτη ήταν η ίδια που χάιδευε ηδονικά πριν λίγο στον ανείπωτα τρομακτικό και ηδονικό εφιάλτη του. Δεν είχε καμιά αμφιβολία. «Ποια φρικτή μοίρα μας κυβερνάει; Ποιος καταραμένος, διεστραμμένος νους κινεί τα νήματα και καθορίζει τις πράξεις μας;»

 

Τα μάτια του ήταν υγρά, η καρδιά του χτυπούσε στον ρυθμό του πανικού. Με όσο κουράγιο μπόρεσε να μαζέψει πλησίασε στο κρεβάτι κι έσκυψε από πάνω της. Την έπιασε από το μπράτσο. Ήταν δροσερή και υπέροχη· όπως στο όνειρο. Τη γύρισε προς το μέρος του. Τα τεράστια και πράσινα σαν τον ωκεανό μάτια της, ορθάνοιχτα καρφώθηκαν στα δικά του, τόσο πύρινα, ερωτικά και φοβισμένα.

 

Στον λαιμό της σχεδόν από το ένα αυτί ως το άλλο έχασκε μια απαίσια, κατακόκκινη τομή. Κάπου-κάπου ένας πίδακας αίματος εκτοξεύονταν κι έβαφε πορφυρά τα σεντόνια.